Αόριστες αναφορές για ύποπτες κινήσεις σε αγροτικές εκτάσεις της Τριταίας επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα παλιό ζήτημα: τις παράνομες ανασκαφές στην Αχαΐα. Τίποτα δεν έχει επιβεβαιωθεί επίσημα, ωστόσο το ιστορικό της περιοχής και η μνήμη προηγούμενων υποθέσεων αρκούν για να κρατούν ανοιχτά τα ερωτήματα. Το κρίσιμο, όμως, είναι και κάτι άλλο: κατά πόσο αυτές οι φήμες αντικατοπτρίζουν πραγματικά γεγονότα ή απλώς ταξιδεύουν από περιοχή σε περιοχή, τροφοδοτημένες από την οικονομική δυσπραγία και την ανθρώπινη ανάγκη για ελπίδα.
Του Γιώργου Καρβουνιάρη
Η Αχαΐα επανέρχεται στο επίκεντρο ενός φαινομένου που οι τοπικές αρχές γνωρίζουν καλά, χωρίς ωστόσο να έχουν καταφέρει να το περιορίσουν αποτελεσματικά. Οι νέες αναφορές από κατοίκους της Τριταίας είναι αόριστες: κινήσεις σε αγροτικές εκτάσεις, βραδινές ώρες, άτομα που δεν ανήκουν στην καθημερινή εικόνα της περιοχής.
Δεν υπάρχουν μάρτυρες με ονόματα, δεν υπάρχουν επίσημες καταγγελίες, δεν υπάρχει ακόμα τίποτα που να μπορεί κανείς να αποκαλέσει υπόθεση. Υπάρχουν μόνο ψίθυροι. Και στην Αχαΐα, οι ψίθυροι αυτοί έχουν ιστορία.
ΤΟ ΜΟΤΙΒΟ ΤΟΥ ΑΛΙΣΣΟΥ
Το βασικό σημείο αναφοράς παραμένει η υπόθεση στον Αλισσό Δυτικής Αχαΐας. Μια τετραμελής οικογένεια νοίκιασε αγροτεμάχιο με πρόσχημα την «παρατήρηση της φύσης» και εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω βαθιά σκαμμένη τρύπα με σκάλα κάτω από μια αιωνόβια ελιά.
Η εικόνα εκείνη δεν ξεχάστηκε ποτέ. Το ίδιο και οι μεταγενέστερες αναφορές για δύο Γερμανούς που κινούνταν στην ευρύτερη περιοχή, αποφεύγοντας συστηματικά τη θάλασσα και τους κατοικημένους χώρους, αναζητώντας απομονωμένα σημεία.
Τα δύο αυτά περιστατικά δεν συνδέθηκαν ποτέ επίσημα. Δημιούργησαν όμως ένα σαφές μοτίβο στη συλλογική μνήμη της περιοχής: επιμονή, μυστικότητα, επιλογή συγκεκριμένων τοποθεσιών. Ένα μοτίβο που παραπέμπει ευθέως στις γνωστές ιστορίες για θησαυρούς της Κατοχής.
Η Κατοχή άφησε βαθιά σημάδια σε ολόκληρη τη χώρα, όμως σε ορισμένες περιοχές της Πελοποννήσου οι αφηγήσεις διατηρούν ιδιαίτερη ένταση. Πρόκειται για ιστορίες που αναφέρονται σε ανθρώπους που, μπροστά στην απειλή της λεηλασίας ή της σύλληψης, έθαψαν ό,τι πολύτιμο είχαν — χρυσά νομίσματα, κοσμήματα, αντικείμενα αξίας — σε σημεία που γνώριζαν μόνο οι ίδιοι.
Κάποιοι δεν επέστρεψαν ποτέ. Κάποιοι επέστρεψαν αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Και κάποιοι, λέγεται, βρήκαν — αλλά δεν μίλησαν ποτέ. Αυτή η ασάφεια τροφοδοτεί τους θρύλους και κρατά ζωντανή την αναζήτηση.
ΦΗΜΗ Ή ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ;
Εδώ εντοπίζεται μια κρίσιμη παράμετρος που συχνά παραβλέπεται. Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο οι αναφορές για την Τριταία να μην αντικατοπτρίζουν κανένα συγκεκριμένο περιστατικό. Να είναι, με άλλα λόγια, ηχώ — η φημολογία της Δυτικής Αχαΐας που ταξιδεύει και εμβολιάζει άλλες περιοχές του νομού με τις δικές της προβολές και υποψίες.
Η γεωγραφική διάδοση των αστικών θρύλων δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Όταν μια ιστορία αποκτά βάρος σε μια περιοχή, τείνει να αναζητά ανάλογα τοπία για να φυτρώσει και αλλού.
Και υπάρχει κάτι ακόμα που αξίζει να σταθεί κανείς. Οι φήμες για θαμμένους θησαυρούς δεν ακμάζουν τυχαία σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας. Η επιστροφή τους σήμερα στη δημόσια συζήτηση ορισμένων κοινωνιών δεν είναι άσχετη με τα χρόνια της κρίσης που σφράγισαν τη ζωή πολλών νοικοκυριών.
Όταν το παρόν δεν προσφέρει διέξοδο, ο άνθρωπος στρέφεται στο παρελθόν αναζητώντας ελπίδα — έστω και θαμμένη κάπου κάτω από μια ελιά. Δεν είναι παράξενο, λοιπόν, που σε χωριά και κωμοπόλεις της επαρχίας οι παλιές ιστορίες επανακυκλοφορούν, εμπλουτίζονται και αποκτούν νέες γεωγραφικές αναφορές. Η ανάγκη για ένα θαύμα, ακόμα και ένα αρχαιολογικό, είναι βαθιά ανθρώπινη.
Τίποτα από αυτά δεν σημαίνει ότι δεν συμβαίνει τίποτα στην Τριταία. Το ιστορικό της περιοχής επιβάλλει προσοχή. Παλαιότερη υπόθεση στον αρχαιολογικό της χώρο είχε κινητοποιήσει τις αρχές, με ενδείξεις μεθοδικής έρευνας στο έδαφος και συνεχείς περιπολίες της ΟΠΚΕ.
Τότε, η αρχική ανάγνωση δεν παρέπεμπε σε κυνηγούς θησαυρών αλλά σε «καβάντζες» — σημεία απόκρυψης ναρκωτικών ή όπλων σε απομονωμένες εκτάσεις. Ένα σενάριο που, αν και στερείται τη ρομαντική αύρα του θησαυρού, είναι εξίσου σοβαρό. Παρά την έντονη παρουσία των αρχών, δεν εντοπίστηκαν δράστες.
Το δίλημμα, τελικά, δεν είναι απλό. Αν αγνοηθούν οι αναφορές και υπάρχει κάτι πραγματικό πίσω τους, η ευκαιρία χάνεται. Αν ληφθούν τοις μετρητοίς και αποδειχθούν φημολογία, η ανησυχία ήταν άσκοπη. Στην πράξη, η διαχείριση τέτοιων καταστάσεων απαιτεί διακριτική επαγρύπνηση — όχι πανικό, αλλά και όχι αδιαφορία.
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη τοποθέτηση. Οι κάτοικοι παρακολουθούν, συζητούν, συγκρίνουν με τον Αλισσό. Η γη της Αχαΐας κρατά τα μυστικά της. Και όσο κάποιοι συνεχίζουν να ψάχνουν — είτε στο χώμα είτε στις φήμες — τα ερωτήματα θα παραμένουν ανοιχτά.

