Ο Αιδεμοσιολογιώτατος Πρωτοπρεσβύτερος Καλαβρύτων π. Κωνσταντίνος Μητρόπουλος, παρέστη στην ημερίδα που διοργάνωσε το kalavritalive.gr το Σάββατο 25 Ιουλίου 2026, αναπτύσσοντας τους λόγους και τις αιτίες που μας οδήγησαν στη μείωση του πληθυσμού που ζει και δραστηριοποιείται στον τόπο μας, τις ευκαιρίες που χάθηκαν και το αδιέξοδο που έχουμε οδηγηθεί.
Έθιξε θέματα υπογεννητικότητας, λάθους πολιτικών, αργοπορία λήψης κρίσιμων αποφάσεων.
Τόνισε δε ότι πριν 130 χρόνια ένας οραματιστής έφερε το τραίνο στα Καλάβρυτα, το οποίο σήμερα είναι κλειστό με τις αρνητικές συνέπειες που βιώνουμε.
Μπορεί όμως να δοθεί λύση, όταν η Ελλάδα ως φορέας πολιτισμού είναι ικανή να διδάξει και να αναπτύξει τους ανθρώπους που έρχονται σ αυτή.
Ομιλία 25-7-2026 KalavrytaCanyon
Αγαπητές φίλες και φίλοι
Τελειώσαμε το σχολείο στα Καλάβρυτα το 1984. Περιμένοντας όλοι να τελειώσουμε, δεν βλέπαμε την ώρα να φύγουμε και να πάμε σε έναν άλλο, καλύτερο τόπο.
Τότε, όμως, στα Καλάβρυτα συνέβη το ξεκίνημα του Χιονοδρομικού Κέντρου και δημιουργήθηκαν νέα δεδομένα. Έτσι, η δική μας γενιά άρχισε να απορροφάται και να παραμένει στα ιστορικά και μαρτυρικά Καλάβρυτα.
Το ζητούμενο είναι τι θα γίνει με τις επόμενες γενιές. Ας κλείσουμε για λίγο τα μάτια και ας φανταστούμε ότι δεν υπήρχε το Χιονοδρομικό Κέντρο, ούτε ο συνεταιρισμός που ίδρυσαν εκείνοι οι προνοητικοί άνθρωποι το 1968, αλλά ούτε και όσοι αργότερα τον μετεξέλιξαν. Φανταστείτε τι θα ήταν σήμερα τα Καλάβρυτα.
Ας αναφερθούμε και στον Οδοντωτό, το τρένο, για το οποίο έγινε πολλές φορές λόγος και σήμερα. Ένας οραματιστής έφερε τη συγκοινωνία στα Καλάβρυτα το 1896, αν δεν απατώμαι. Από τότε και μέχρι πρότινος λειτουργούσε κανονικά.
Φταίμε όλοι που σήμερα το τρένο βρίσκεται σε αυτή τη δεινή θέση. Δεν φταίει μόνο η Πολιτεία. Τι είναι, άλλωστε, η Πολιτεία; Δικοί μας άνθρωποι είναι, τους οποίους εμείς εκλέξαμε.
Φταίει ο καθένας που δεν σκέφτηκε ότι όλα αυτά τα χρόνια έπρεπε να γίνεται κάθε χρόνο μια επένδυση σε αυτό το μέσο, αρχικά ως συγκοινωνιακό και στη συνέχεια ως τουριστικό.
Φτάσαμε σήμερα να έχει το τρένο δύο ή τρία δρομολόγια και να καυχόμαστε ως Καλαβρυτινοί ότι μας φέρνει διακόσιους ανθρώπους την ημέρα και ότι έτσι μας λύνει το πρόβλημα. Γιατί ο καθένας από αυτούς θα αφήσει τριάντα ευρώ και εμείς θα αποκτήσουμε κάποιο εισόδημα.
Το τρένο σήμερα θα έπρεπε να φέρνει τρεις χιλιάδες ανθρώπους στα Καλάβρυτα. Θα έπρεπε να πραγματοποιεί είκοσι δρομολόγια, υπό την αιγίδα ποιανού δεν γνωρίζω: του Δήμου, της Πολιτείας, της ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να διερευνήσετε, να μεθοδεύσετε και να σχεδιάσετε με τη βοήθεια ανθρώπων που έχουν βιώματα και γνωρίζουν πολύ καλύτερα τι πρέπει να γίνει.
Εάν το τρένο λειτουργούσε με αυτόν τον τρόπο, το Χιονοδρομικό Κέντρο θα αποτελούσε ίσως μια υποδεέστερη μονάδα ανάπτυξης των Καλαβρύτων σε σχέση με όσα θα μπορούσε να προσφέρει ο Οδοντωτός.
Είπε ο κύριος Κυριαζής ότι σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ανοιχτό ιστορικό παράθυρο. Επιτρέψτε μου να εκφράσω την απαισιοδοξία μου. Φοβάμαι ότι αυτό το παράθυρο είναι ήδη μισόκλειστο.
Και δεν έχει κλείσει μόνο εξαιτίας των πρακτικών της εκάστοτε κυβέρνησης ή της Περιφέρειας σχετικά με την ανάπτυξη των ορεινών όγκων.
Θα κάνω εδώ μια παρένθεση. Όσα μέτρα και αν ληφθούν, θα ανοίξουν ξανά τα σχολεία στα πενήντα χωριά των Καλαβρύτων στα οποία έχουν κλείσει;
Δυστυχώς, φίλες και φίλοι, η ζωή δεν γυρίζει προς τα πίσω. Φοβάμαι ότι κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο.
Θυμάμαι ότι, όταν ήμουν μαθητής στο Γυμνάσιο, στο χωριό μου πραγματοποιούνταν ένα πολύ μεγάλο έργο, ο αναδασμός. Παρά την παιδικότητα και την αφέλεια της σκέψης μου, αναρωτιόμουν: «Ποιος θα καλλιεργήσει αυτόν τον κάμπο;».
Τελικά βρέθηκαν ελάχιστοι άνθρωποι και σήμερα κάποιοι αγρότες καλλιεργούν ένα μέρος του. Αυτό το έργο έπρεπε να είχε γίνει το 1950, ώστε να προλάβει τις εξελίξεις.
Σήμερα, ίσως χρειαζόμαστε διορατικούς ανθρώπους, για να μας πουν τι πρέπει να κάνουμε προκειμένου να προλάβουμε την καταστροφή.
Ας στρέψουμε, λοιπόν, την προσοχή μας πέρα από αυτό το πρόβλημα, στο τεράστιο ζήτημα της υπογεννητικότητας.
Η υπογεννητικότητα δεν είναι ένα φαινόμενο για το οποίο ευθύνεται μόνο ένα νέο ζευγάρι. Είναι βέβαιο ότι κάθε νέο ζευγάρι θέλει να αισθάνεται σίγουρο για την εργασία που θα έχει αύριο, καθώς και ότι θα διαθέτει τον χρόνο και τη δυνατότητα να προσφέρει στα παιδιά του όσα χρειάζονται.
Ευθύνεται, επίσης όμως και το γεγονός ότι ένα νέο ζευγάρι δεν βρίσκει εύκολα σπίτι. Όλοι όσοι διαθέτουμε κάποιο σπίτι γνωρίζουμε τη δυσκολία που αισθανόμαστε όταν έρχεται ένας υποψήφιος ενοικιαστής με τέσσερα ή πέντε παιδιά. Μπορεί να του πούμε: «Άφησέ με να το σκεφτώ και θα σου απαντήσω», επειδή φοβόμαστε μήπως τα παιδιά προκαλέσουν ζημιές στο σπίτι. Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλές τέτοιες, αλλά και άλλες, παθογένειες.
Η υπογεννητικότητα, φίλες και φίλοι, νομίζω ότι είναι κυρίως θέμα προτεραιοτήτων και κουλτούρας.
Το 1974, στην Κύπρο, καθώς αυτές τις ημέρες τιμούμε αυτή τη μεγάλη επέτειο στη Μεγαλόνησο, μετά τα γεγονότα του Κυπριακού και την τουρκική εισβολή, ήταν γραμμένη σε έναν τοίχο, με κόκκινα γράμματα, η φράση:
«Έλα, αγάπη μου, να κάνουμε έναν Έλληνα ακόμα».
Τη φράση αυτή βρήκε τυχαία η γνωστή καλλιτέχνις Χάρις Αλεξίου και την έκανε στίχο, δημιουργώντας ένα τραγούδι με τίτλο «Ο Έλληνας», το οποίο μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος.
Και τι λέει αυτό το τραγούδι;
«Αφού ακόμα αγαπάς τις γκρίζες θάλασσες,
αφού μπορείς καμένα δάση ν’ αντικρίζεις,
αφού ακόμα ακούς Τσιτσάνη και ραγίζεις,
αυτό σημαίνει ότι ακόμα εσύ δεν αλλάζεις.
Αφού απ’ τη μοναξιά σου δεν νικήθηκες,
αφού δεν ντρέπεσαι μπροστά μου να δακρύζεις,
αφού ακόμα ακούς κλαρίνο και ραγίζεις,
αυτό σημαίνει ότι ακόμα εσύ δεν αλλάζεις.
Έλα, αγάπη μου, έλα,
να κάνουμε έναν Έλληνα ακόμα,
με το τραγούδι να ξεχνάει,
τα λάθη της να συγχωράει,
όπως κι εμείς,
αφού η Ελλάδα μάς πληγώνει όσο κανείς».
Το να είναι κανείς Έλληνας, φίλες και φίλοι, είναι κάτι πολύ σπουδαίο.
Το ερώτημα είναι εάν αυτό πέρασε μέσα από την εκπαιδευτική και την οικογενειακή πολιτική στα παιδιά μας. Η οικογένειά μας λειτουργεί ως πρότυπο και ως μοντέλο για τη δημιουργία μιας νέας οικογένειας;
Δημιουργούμε έναν κόσμο νέων ανθρώπων που ενημερώνονται και διαμορφώνονται από τα πολιτιστικά δεδομένα της ελληνικής πραγματικότητας; Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα.
Η υπογεννητικότητα, λοιπόν, είναι το μεγάλο πρόβλημα που προκαλεί, μεταξύ άλλων, και την εγκατάλειψη των ορεινών περιοχών, όπως συμβαίνει και στα Καλάβρυτα.
Οι μελέτες λένε ότι στο τέλος του αιώνα οι Έλληνες θα είμαστε επτά εκατομμύρια. Αυτό είναι οδυνηρό.
Φανταστείτε, με τη γεωπολιτική θέση που κατέχει η Ελλάδα, να είχε το 2100 πληθυσμό πενήντα εκατομμυρίων κατοίκων. Θα είχε αλλάξει ολόκληρη η στρατηγική, πολιτική, κοινωνική και στρατιωτική πραγματικότητα της χώρας, καθώς και οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς.
Δεν θέλω να πω ότι κάποιος υποκινεί ή οργανώνει κάποια σχέδια. Όλα αυτά προκύπτουν από την πνευματική κατάσταση του καθενός μας και από τις προτεραιότητες που θέτουμε στη ζωή μας.
Το δημογραφικό πρόβλημα έχει ως συνέπεια και την εγκατάλειψη των ορεινών Καλαβρύτων. Αν κάνουμε μια βόλτα στα χωριά, όπως ακούσατε, θα διαπιστώσουμε ότι «μυρίζει θάνατος».
Αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν πρέπει να την ωραιοποιούμε ούτε να χρυσώνουμε το χάπι.
Η αλήθεια είναι ότι αυτά τα χωριά δύσκολα θα ξαναζωντανέψουν. Μακάρι, βέβαια, να ζωντανέψουν.
Το ζητούμενο είναι πώς το δικό μας παιδί θα μπορεί αύριο να σταθεί και να πει: «Ναι, θα επιστρέψω στα Καλάβρυτα, γιατί θα ασχοληθώ με αυτόν τον τομέα».
Θα πρέπει να υπάρχουν θέσεις εργασίας. Ίσως να είναι ελάχιστες· μακάρι να γίνουν πολλές.
Κάποτε λειτουργούσε στα Καλάβρυτα, στο ΙΕΚ, ένα τμήμα Νοσηλευτικής. Το τμήμα αυτό στελέχωσε τα επόμενα χρόνια το Νοσοκομείο Καλαβρύτων, το Κέντρο Υγείας και το δικό μας Γηροκομείο, στο οποίο έχω την ευθύνη.
Οι περισσότερες νοσηλεύτριες που εργάζονται εκεί ξεκίνησαν από αυτό το ΙΕΚ. Η συγκεκριμένη σχολή, όμως, έκλεισε.
Για ένα μικρό χρονικό διάστημα λειτούργησε στα Καλάβρυτα και μια Σχολή Αστυνομίας. Και αυτή έκλεισε.
Ζητήθηκε, επίσης, πολλές φορές να λειτουργήσει στα Καλάβρυτα μια σχολή κτηνοτροφίας και αγροτικής παραγωγής. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν επιτεύχθηκε ποτέ.
Σε ό,τι αφορά τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, επειδή είμαι και ο ίδιος εκπαιδευτικός, δεν θέλω να μηδενίσω τις προσπάθειες που έχουν γίνει. Ωστόσο, από τα μαθητικά μου χρόνια μέχρι σήμερα βλέπουμε συνεχώς μεταρρυθμίσεις επί μεταρρυθμίσεων.
Δυστυχώς, θέλω να σας πω ότι στις αίθουσες των σαράντα παιδιών, στις οποίες φοιτούσαμε εμείς, ίσως μαθαίναμε περισσότερα.
Δεν λέω ότι πρέπει να επιστρέψουμε στις τάξεις των σαράντα μαθητών. Λέω, όμως, ότι σήμερα, σε αίθουσες με δεκαπέντε ή είκοσι παιδιά, βλέπω σε γραπτά μαθητών τη λέξη «είναι» να γράφεται με ήτα και έψιλον.
Αυτό δεν εκφράζει πλέον το πρότυπο του μορφωμένου Έλληνα.
Θα ολοκληρώσω με ένα ακόμη ζήτημα, επειδή ακούστηκε ότι το δημογραφικό πρόβλημα μπορεί να λυθεί, έστω και εν μέρει, με την είσοδο μεταναστών στη χώρα.
Ναι, μπορεί να συμβάλει στη λύση. Πότε, όμως;
Όταν η Ελλάδα, ως φορέας πολιτισμού, είναι ικανή να αφομοιώσει, να διδάξει και να αναπτύξει τους ανθρώπους που έρχονται σε αυτήν. Όχι να καταργήσει αναγκαστικά τα πιστεύω τους, αλλά να τα ενδυναμώσει και να τους δώσει μια προοπτική ελπίδας, μια πορεία προς το φως και την ανάπτυξη.
Ένας άνθρωπος που έρχεται στην Ελλάδα και ενσωματώνεται στον ελληνισμό είναι ικανός να προχωρήσει πολύ μπροστά.
Ένας μετανάστης, όμως, που έρχεται στην Ελλάδα απλώς για να τον εκμεταλλευτούμε, δίνοντάς του είκοσι ευρώ την ημέρα για να τα στέλνει στην πατρίδα του και να ζουν καλύτερα οι δικοί του, δεν μπορεί, νομίζω, να ενταχθεί πραγματικά στο δυναμικό του ελληνισμού και στο πρότυπο του Έλληνα.
Σας ευχαριστώ και ζητώ συγγνώμη για τον πλατειασμό.

