Στο Παρεκκλήσιο του Αγίου Αθανασίου στο πρώην Ορφανοτροφείο Καλαβρύτων σήμερα 18 Ιανουαρίου εορτάστηκε η μνήμη του Μεγάλου Αθανασίου, πατριάρχη Αλεξανδρείας και πατέρα της Εκκλησίας και η πρώτη Ιερά Πανήγυρη στη μνήμη του Οσίου Χριστοφόρου του Παπουλάκου, ο οποίος μετά την απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις 29 Αυγούστου 2024 τον κατέταξε στο Αγιολόγιο της Εκκλησίας.

Της λαμπρής αυτής ημέρας για τα Καλάβρυτα στην τελέσθηκε Αρχιερατική Θεία Λειτουργία χοροσταούντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Ιερωνύμου με τη συνοδεία των Καθηγουμένων των Ιεράς Μονής Μεγάλου Σπηλαίου Αρχιμανδρίτου Καλλινίκου, της Ιεράς και Ιστορικής Μονής Αγίας Λαύρας Αρχιμανδρίτου Ευσεβείου και του Γενικού Αρχιερατικού επιτρόπου Καλαβρύτων πρωτοπρεσβυτέρου Κωνσταντίνου Μητρόπουλου και Ιερέων της Μητροπόλεως μας.
Στην Αρχιερατική Θεία Λειτουργία παραβρέθηκε ο Δημάρχος Καλαβρύτων κ. Αθανασίου Παπαδόπουλου, ο Αντιδημάρχο της Δημοτικής Ενότητας Κλειτορίας κ. Σωτήριος Δουκλιάς, ο Προέδρος της Τοπικής Κοινότητας Άρμπουνα, κ. Παναγιώτης Βαγενάς, ο Προέδρου του Συλλόγου Άρμπουνα κ. Αθανάσιος Νασιόπουλος, εκπρόσωποι συλλόγων και φορέων συμπατριώτες μας καταγόμενοι από τον Άρμπουνα χωριό καταγωγής του Οσίου και πλήθος πιστών.

Με το πέρας της Αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας ο καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίας Λαύρας Αρχιμανδρίτης κ. Ευσέβιος ανάγνωσε την πράξη αγιοκατάταξης από το Οικουμενικό πατριαρχείο.
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας, στο Θείο λόγο που κήρυξε αναφέρθηκε σε εμπόδια και πραγματικά γεγονότα που συνέβησαν έως ότου εκδοθεί η απόφαση αγιοκατάταξης του Οσίου Χριστοφόρου του Παπουλάκου.
Για τη θύμηση της Λαμπρής αυτής ημέρας για την Εκκλησία μας καθώς και της τέλεσης της πρώτης Αρχιερατικής Θείας Λειτουργίας στη μνήμη του έδωσε αναμνηστικές πλακέτες.

Γεννήθηκε το 1770 στο χωριό Άρμπουνας της Επαρχίας Καλαβρύτων του Νομού Αχαΐας ως Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος και αρχικά εργαζόταν ως κρεοπώλης.
Ήταν τελείως αγράμματος, όταν πήρε την απόφαση να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Αρχικά μόνασε στην Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, ενώ αργότερα ασκήτεψε σε καλύβι κοντά στο χωριό του. Έμεινε στην απομόνωση για περίπου 20 χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων έμαθε γραφή και ανάγνωση.
Σε ηλικία 80 ετών πήρε την απόφαση να κηρύξει. Η φήμη του διαδόθηκε γρήγορα, αφού είχε τον δικό του μοναδικό τρόπο να συνεπαίρνει το κοινό. Κυρίως κήρυττε εναντίον της μοιχείας και της κλοπής, και υπέρ της προσευχής.
Μέσα από τα κηρύγματα του καυτηρίαζε την πολιτική της Βαυαρικής διακυβέρνησης στην χώρα και την συγκατάβαση σε αυτήν της Συνόδου της Εκκλησίας.
Παραπέμφθηκε ενώπιον του Επισκόπου Καλαβρύτων, ο οποίος τον επέπληξε και του ζήτησε να περιορίσει τα κηρύγματα του.
Έξι μήνες αργότερα ο Παπουλάκος ξεκίνησε περιοδεία στην νότια Πελοπόννησο συγκεντρώνοντας χιλιάδες κόσμο στο πέρασμα του. Ύστερα από πιέσεις, ο βασιλιάς Όθων υπέγραψε διάταγμα για τον περιορισμό του Παπουλάκου σε μοναστήρι.
Ο Παπουλάκος κατέφυγε στην Μάνη για να σωθεί. Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν να στείλει άμεσα τον Στρατηγό Γενναίο Κολοκοτρώνη με επιτελείο αξιωματικών για να οργανώσει τη σύλληψή του. Ο στρατός έφτασε τη νύχτα, αλλά το πρωί βρέθηκε περικυκλωμένος από 2.000 Μανιάτες.
Ακολούθησε εξέγερση των Μανιατών, ενώ σε πολλές περιπτώσεις ο στρατός έδινε μάχη σώμα με σώμα με τους υποστηρικτές του Παπουλάκου. Τελικά στις 21 Ιουνίου 1852 συνελήφθη από τον στρατό, ύστερα από προδοσία, και μεταφέρθηκε στις φυλακές του Ρίου όπου έμεινε δύο χρόνια στην απομόνωση.
Επρόκειτο να δικαστεί από το κακουργιοδικείο Αθηνών ως στασιαστής, αλλά τα γεγονότα του Κριμαϊκού πολέμου υποχρέωσαν τον Όθωνα να του δώσει αμνηστία. Το 1854 εξορίστηκε στη Μονή Παναχράντου της Άνδρου, όπου απεβίωσε στις 18 Ιανουαρίου 1861 σε ηλικία 91 ετών και ετάφη εκεί.
Κατά τη διάρκεια της παραμονή του στο μοναστήρι, δεχόταν πλήθος επισκεπτών.
Η σκέψη του επηρεάστηκε πολύ από τον πνευματικό του δάσκαλο Κοσμά Φλαμιάτο, των οποίων η δράση υπήρξε παράλληλη και η διδασκαλία παρόμοια.














