Την παραμονή των Θεοφανίων, νωρίς το πρωί, ψάλλεται στις εκκλησίες η ακολουθία των Μεγάλων Ωρών, με αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη και στη συνέχεια η ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού, που ονομάζεται και Πρώτος Αγιασμός, Πρωτάγιαση ή Μικρός Αγιασμός, με λογοτεχνικότατες ευχές και ποιητικούς ύμνους.
Η ευλογία των υδάτων γίνεται μέσα στην εκκλησία, πάνω σε στολισμένη από κλαδιά μικροεξέδρα, όπου έχουν τοποθετηθεί αγγεία με νερό.
Μετά το τέλος της λειτουργίας, ο ιερέας θα πάρει από το αγιασμένο αυτό νερό (τον αγιασμό) και θα βγει στα σπίτια και στα μαγαζιά της ενορίας του, ν’ αγιάσει και να διώξει το κακό.
Ένας μικρός ή άλλος εκκλησιαστικός βοηθός του κρατά το σικλί (χάλκινο συνήθως δοχείο με τον αγιασμό) και ο παπάς, φορώντας μόνο πετραχήλι και κρατώντας την αγιαστούρα (δέσμη βασιλικού μετά του Σταυρού), ραντίζει εδώ κι εκεί, ψάλλοντας το «Εν Ιορδάνη», το τροπάριο των Θεοφανίων.
Όλοι όσοι δέχονται τον αγιασμό προσφέρουν τον οβολό τους, συνήθως κέρματα, τα οποία συγκεντρώνει ο βοηθός του ιερέα.
Η Παραμονή των Θεοφανίων έχει καθιερωθεί από την Εκκλησία ως ημέρα αυστηράς νηστείας.
Νηστεύουμε πάντα χωρίς λάδι, εκτός εάν η ημερομηνία αυτή πέσει Σάββατο ή Κυριακή, οπότε και τρώμε το λάδι.

Επίσης, την ημέρα αυτή δεν τρώμε ποτέ ούτε τα θαλασσινά τρόφιμα χωρίς αίμα.
Την 5η Ιανουαρίου δεν νηστεύουμε με σκοπό να πιούμε τον Μεγάλο Αγιασμό της επόμενης Ημέρας, όπως κακώς πιστεύουν ορισμένοι, οι οποίοι μάλιστα θεωρούν τον Μεγάλο Αγιασμό κάτι ανάλογο με την Θεία Κοινωνία , κάτι που φυσικά ούτε ισχύει αλλά ούτε και υπήρξε ποτέ ως διδασκαλία μέσα στην Αγία μας Πίστη.
Παράλληλα με τον αγιασμό, τα παιδιά γυρίζουν στα σπίτια άδοντας τα κάλαντα των Φώτων («Ήρθανε τα Φώτα…») και ανταμοίβονται για τον κόπο τους, είτε σε είδος, είτε σε ρευστό, από τον νοικοκύρη ή την κυρά του σπιτιού.
Από σήμερα, ο κόσμος ησυχάζει από τους φόβους του για τα ξωτικά του Δωδεκαημέρου. Οι καλικάντζαροι φεύγουν, από την πρώτη εμφάνιση του παπά και της αγιαστούρας.
Σε μερικούς τόπους (π.χ. στην Καππαδοκία παλαιότερα) έκαιγαν το ομοίωμα του κακού πνεύματος, τον Σιφώτη.

