Ένα οργανωμένο δίκτυο με διακριτούς ρόλους, κεντρικές οδηγίες και ηλεκτρονικό σύστημα καταγραφής παραγγελιών περιγράφει η ΕΛ.ΑΣ. στην υπόθεση που αφορά φερόμενη εκτεταμένη φοροδιαφυγή. Οι κατηγορίες αμφισβητούνται από δύο συλληφθέντες που διατηρούσαν κατάστημα franchise.
Ένα σύστημα με συγκεκριμένη ιεραρχία και μηχανισμό ελέγχου των καταστημάτων περιγράφεται στην έρευνα της Ελληνικής Αστυνομίας για την υπόθεση φοροδιαφυγής που αφορά την αλυσίδα Pizza Fan. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, παραγγελίες που πληρώνονταν κανονικά από τους πελάτες φέρονται να καταχωρίζονταν με τρόπο που επέτρεπε την ολοκλήρωσή τους χωρίς την έκδοση των προβλεπόμενων αποδείξεων.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται η λειτουργία μιας ειδικής επιλογής στο ηλεκτρονικό σύστημα παραγγελιών, με την ονομασία «κέρασμα-απόδειξη». Οι αστυνομικές Αρχές υποστηρίζουν ότι η συγκεκριμένη δυνατότητα χρησιμοποιούνταν για την απόκρυψη μέρους των πραγματικών πωλήσεων από τα φορολογικά στοιχεία.
Παράλληλα, η δικογραφία περιγράφει μια αλυσίδα προσώπων με διαφορετικές αρμοδιότητες: από εκείνους που φέρονται να έδιναν τις κατευθύνσεις έως τους επιθεωρητές και τους υπευθύνους των καταστημάτων που φέρονται να αναλάμβαναν την εφαρμογή τους.
Πώς λειτουργούσε το σύστημα «κέρασμα»
Η διαδικασία ξεκινούσε με μια συνηθισμένη παραγγελία, είτε τηλεφωνικά είτε μέσω διαδικτύου. Το κατάστημα προετοίμαζε το προϊόν, ο διανομέας το παρέδιδε και ο πελάτης κατέβαλλε το αντίτιμο. Ωστόσο, σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, σε ορισμένες περιπτώσεις η συναλλαγή δεν αποτυπωνόταν με την έκδοση της αντίστοιχης φορολογικής απόδειξης.
Η ειδική λειτουργία «κέρασμα-απόδειξη» φέρεται να επέτρεπε την καταχώριση μιας παραγγελίας χωρίς να ακολουθείται η συνήθης διαδικασία έκδοσης παραστατικού.
Για παράδειγμα, μια παραγγελία αξίας 25 ευρώ μπορούσε, σύμφωνα με την περιγραφή των Αρχών, να εξοφληθεί κανονικά, αλλά να μην εκδοθεί απόδειξη για τη συναλλαγή. Τα στοιχεία της παραγγελίας παρέμεναν στο εσωτερικό σύστημα, χωρίς να εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο στις φορολογικά καταγεγραμμένες πωλήσεις.
Η Αστυνομία εξετάζει εάν η πρακτική αυτή εφαρμοζόταν οργανωμένα και όχι ως μεμονωμένη ενέργεια υπαλλήλων ή διαχειριστών.
Η ιεραρχία και ο ρόλος των επιθεωρητών
Σύμφωνα με τη δικογραφία, η φερόμενη δραστηριότητα δεν περιοριζόταν σε μεμονωμένα καταστήματα. Οι ερευνητές περιγράφουν μια δομή στην οποία πρόσωπα που φέρονται να βρίσκονταν στην κορυφή της οργάνωσης έδιναν οδηγίες, ενώ επιθεωρητές αναλάμβαναν τη μεταφορά τους στους υπευθύνους των καταστημάτων και την παρακολούθηση της εφαρμογής τους.
Οι επιθεωρητές φέρονται να είχαν γνώση της διαδικασίας «κεράσματος» και να έλεγχαν εάν οι οδηγίες ακολουθούνταν στις περιοχές ευθύνης τους.
Στη δικογραφία αναφέρεται, μεταξύ άλλων, κατηγορούμενος που φέρεται να είχε υπό την εποπτεία του καταστήματα στη Θεσσαλονίκη, μεταφέροντας κατευθύνσεις προς τους υπευθύνους τους. Αντίστοιχος ρόλος αποδίδεται και σε δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος φέρεται να επιθεωρούσε καταστήματα σε διαφορετικές περιοχές της χώρας.
Οι Αρχές υποστηρίζουν επίσης ότι οι διαχειριστές των καταστημάτων μπορούσαν να αντικαθίστανται με αποφάσεις των προσώπων που φέρονται να είχαν τον κεντρικό έλεγχο. Κατά την αστυνομική εκδοχή, στους διαχειριστές δίνονταν συγκεκριμένες κατευθύνσεις σχετικά με τη χρήση του συστήματος και τα ποσά που έπρεπε να καταχωρίζονται ως «κεράσματα».
Πώς φέρεται να ελέγχονταν οι εισπράξεις
Ένα από τα βασικά στοιχεία που εξετάζουν οι Αρχές είναι η δυνατότητα παρακολούθησης των παραγγελιών από το κεντρικό σύστημα. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η καταχώριση μιας παραγγελίας ως «κέρασμα» δεν σήμαινε ότι αυτή εξαφανιζόταν από το εσωτερικό περιβάλλον της επιχείρησης.
Αντίθετα, τα στοιχεία της παρέμεναν διαθέσιμα στο σύστημα, γεγονός που, σύμφωνα με την Αστυνομία, επέτρεπε την παρακολούθηση του συνολικού κύκλου εργασιών και των συναλλαγών που φέρονται να μην αποτυπώνονταν στα νόμιμα φορολογικά παραστατικά.
Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνητές εκτιμούν ότι υπήρχε δυνατότητα κεντρικής εποπτείας της πρακτικής, ενώ οι οδηγίες φέρονται να μεταφέρονταν διαδοχικά από τα ανώτερα στελέχη προς τα καταστήματα.
Η υπόθεση βρίσκεται στο πλαίσιο της έρευνας για κακουργηματική φοροδιαφυγή, όπως ανακοίνωσε η ΕΛ.ΑΣ. στις 23 Οκτωβρίου 2026. Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία αποτελούν τις αποδιδόμενες από τις Αρχές πράξεις και θα αξιολογηθούν στο πλαίσιο της προβλεπόμενης δικαστικής διαδικασίας.
Τι υποστηρίζει η υπεράσπιση δύο συλληφθέντων
Από την πλευρά τους, δύο από τους συλληφθέντες, οι οποίοι διατηρούσαν κατάστημα της αλυσίδας με το σύστημα franchise, αρνούνται οποιαδήποτε εμπλοκή σε παράνομη δραστηριότητα.
Η δικηγόρος τους, Μαριζάνα Κικίρη, δήλωσε ότι οι εντολείς της απορρίπτουν τις κατηγορίες και υποστηρίζουν πως απέδιδαν κανονικά τον ΦΠΑ.
«Οι εντολείς μου αρνούνται τις κατηγορίες. Διατηρούσαν κατάστημα franchise και απέδιδαν κανονικά το ΦΠΑ. Δεν τέλεσαν καμία παράνομη πράξη. Αναμένουμε τη δικογραφία προκειμένου να αντικρούσουμε τις κατηγορίες ενδελεχώς», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η υπεράσπιση αναμένει την πλήρη πρόσβαση στη δικογραφία, προκειμένου να παρουσιάσει αναλυτικά τις θέσεις της και να αντικρούσει τις κατηγορίες που αποδίδονται στους δύο εντολείς της.

