Του Αλέξανδρου Κογκόλη
Ως Διευθυντής Σύνταξης του «Νεολόγου των Πατρών», οφείλω να τοποθετηθώ καθαρά, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς ρητορικές ακροβασίες, για τις αγροτικές κινητοποιήσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη και προκαλούν έντονη κοινωνική και πολιτική συζήτηση.
Η αφετηρία της συζήτησης δεν µπορεί να είναι άλλη από µια βασική παραδοχή: ο αγροτικός κόσµος περνάει δύσκολα. Το κόστος παραγωγής είναι υψηλό, τα καύσιµα, τα λιπάσµατα και η ενέργεια πιέζουν ασφυκτικά τα περιθώρια επιβίωσης, ενώ οι αγρότες καλούνται να ανταγωνιστούν σε µια αγορά που γίνεται ολοένα και πιο σκληρή.
Μιλάµε για έναν κλάδο που είναι ο πυρήνας της τροφικής αλυσίδας και ένας από τους βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονοµίας, καθώς, χωρίς πρωτογενή παραγωγή δεν υπάρχει ούτε αυτάρκεια, ούτε σταθερότητα, ούτε ανάπτυξη.
Γι’ αυτό και ένα µεγάλο µέρος της κοινωνίας θεωρεί τα αιτήµατα των αγροτών δίκαια. Ακόµη κι αν είναι αλήθεια ότι επί δεκαετίες ο αγροτικός κόσµος είχε µάθει -και εν πολλοίς εκπαιδευτεί από το ίδιο το κράτος- να λειτουργεί µε βάση τις επιδοτήσεις, αυτό δεν ακυρώνει τη σηµερινή πραγµατικότητα. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει και ίσως κανένας δεν µπορεί να γυρίσει την πλάτη σε έναν κλάδο που στενάζει.
Ωστόσο, το δίκιο δεν είναι πάντα ανεξάντλητο και δεν παραµένει άθικτο ό,τι κι αν συµβεί. Χάνεται, ή έστω φθείρεται σοβαρά, όταν οι κινητοποιήσεις µετατρέπονται σε τιµωρία για το σύνολο της κοινωνίας. Το κλείσιµο δρόµων, λιµανιών και αεροδροµίων δηµιουργεί ασφυξία σε ανθρώπους που δεν έχουν καµία απολύτως ευθύνη για τα προβλήµατα του αγροτικού κόσµου. Το κοµφούζιο στην Πάτρα είναι χαρακτηριστικό: ο κόσµος αγανακτεί, εξαντλείται. Και αυτή η αγανάκτηση, όσο άδικη κι αν µοιάζει στους αγρότες, είναι υπαρκτή και µετρήσιµη.
Ακόµη πιο σοβαρό είναι το πλήγµα στο κοινωνικό έρεισµα των κινητοποιήσεων όταν εµφανίζεται η βία. Οι πρόσφατες εικόνες από την Κρήτη δεν τιµούν κανέναν. Όσα προβλήµατα κι αν αντιµετωπίζει, δεν νοµιµοποιείται να ασκεί βία. Το αποτέλεσµα είναι διπλά επιζήµιο: αφενός ακυρώνει το ηθικό πλεονέκτηµα του αγώνα, αφετέρου εξαγριώνει ένα κοµµάτι της κοινωνίας που –λανθασµένα- έχει συνδέσει τους Κρητικούς αγρότες συνολικά µε τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Εδώ πρέπει να είµαστε απολύτως σαφείς: δεν είναι όλοι ίδιοι. Οι λίγοι που καταφεύγουν στο ξύλο και στη βία δεν εκφράζουν τους πολλούς, αλλά δυστυχώς τους εκθέτουν.
Σε πολιτικό επίπεδο, είναι ακόµη νωρίς για ασφαλή συµπεράσµατα. Θα πρέπει να αποτιµηθεί ο συνολικός αντίκτυπος των κινητοποιήσεων στην κοινωνία στο σύνολό της, που -ας µην το ξεχνάµε- δεν αποτελείται µόνο από αγρότες. Η κυβέρνηση δείχνει να δέχεται φθορά, αλλά ταυτόχρονα µπορεί να εµφανίσει σηµάδια συσπείρωσης, ως πόλος, µακροπρόθεσµα. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι καθόλου σαφές, ακόµη, ποιο κόµµα της αντιπολίτευσης µπορεί να κεφαλαιοποιήσει πολιτικά αυτή την κατάσταση.
Το ζητούµενο, όµως, δεν είναι πρωτίστως κοµµατικό. Είναι κοινωνικό και εθνικό. Αυτό, όσοι πραγµατικά ενδιαφέρονται για το µέλλον της ελληνικής υπαίθρου, οφείλουν να το έχουν πάντα κατά νου.
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Νεολόγος των Πατρών”).

