Η σημερινή εικόνα της Ελληνικής πολιτικής σκηνής παρουσιάζει το εξής παράδοξο, φθορά για τους περισσότερους, απουσία καθαρού νικητή και μια κοινωνία που απομακρύνεται διαρκώς από τις παραδοσιακές της επιλογές.
Η σημερινή πραγματικότητα στην πολιτική σκηνή της χώρας μοιάζει να επιβεβαιώνει την αίσθηση ότι η ερώτηση για το ποιος κερδίζει είναι εκ των προτέρων λάθος. Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί μεν να βρίσκεται στην πρώτη θέση στις δημοσκοπήσεις, παρουσιάζει ωστόσο σημαντικές και μετρήσιμες απώλειες. Την ίδια στιγμή, τα κόμματα της αντιπολίτευσης εμφανίζουν αστάθεια, ενώ νέα πολιτικά σχήματα προσπαθούν να διεκδικήσουν ζωτικό χώρο. Πίσω από τους αριθμούς και τα ποσοστά, όμως, η πολιτική φθορά δείχνει να είναι για όλους κοινός παρανομαστής.
Ο κόσμος φαίνεται πως απομακρύνεται από αυτό που ψήφιζε ή εμπιστευόταν στο παρελθόν, χωρίς ωστόσο να έχει βρει μέχρι στιγμής μια πειστική εναλλακτική διέξοδο.
Η απόσταση από την κοινωνία και η γκρίζα ζώνη.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν σταθερά τη Νέα Δημοκρατία στην κορυφή, χωρίς όμως αυτό να μεταφράζεται αυτομάτως σε αίσθηση πολιτικής κυριαρχίας. Η απόσταση από την κοινωνία, η δυσαρέσκεια για επιμέρους πολιτικές και κυρίως η οικονομική πίεση που γίνεται όλο και μεγαλύτερη τους τελευταίους μήνες, συνθέτουν ένα βαρύ κλίμα.
Από την άλλη πλευρά, η χαμηλή εμπιστοσύνη προς τα υπόλοιπα κόμματα τα οποία δεν έχουν καταφέρει να μετατρέψουν αυτή τη λαϊκή δυσαρέσκεια σε μια καθαρή, εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα. Ενδεικτική είναι η έρευνα της Interview του περασμένου Ιουλίου, όπου μόλις το 8% των ερωτηθέντων δήλωνε ότι εμπιστεύεται τα πολιτικά κόμματα στο σύνολό τους και ίσως αυτό να είναι και το σημαντικότερο εύρημα από όλα.
Η συνολική εικόνα αποκαλύπτει μια βαθιά πολυδιάσπαση, δίνοντας την εντύπωση ότι δεν υπάρχει σήμερα ένας μεγάλος πολιτικός φορέας που να εκφράζει το σύνολο των πολιτών. Το μεγαλύτερο κόμμα της εποχής φαίνεται τελικά να είναι εκείνο που… δεν αποφασίζει. Όσοι δηλώνουν ότι δεν βρίσκουν κάποιον να τους εκφράζει και μετακινούνται διαρκώς ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές επιλογές δεν αποτελούν ένα δημοσκοπικό υπόλοιπο, αλλά το ίδιο το πολιτικό γίγνεσθαι. Σε πρόσφατη μέτρηση της Opinion Poll, οι αναποφάσιστοι κατέγραφαν ποσοστό της τάξης του 16,9% στην πρόθεση ψήφου με ανοδική τάση, αποδεικνύοντας ότι ένα τεράστιο τμήμα του εκλογικού σώματος παραμένει σε στάση αναμονής και αμηχανίας.
Από την ψήφο εμπιστοσύνης στην ψήφο διαμαρτυρίας
Όταν το μεγαλύτερο στρατόπεδο παύει να είναι μια παράταξη με ιδεολογικό πρόσημο και μετατρέπεται στη γκρίζα ζώνη της αναποφασιστικότητας, η ίδια η φύση της δημοκρατικής εκπροσώπησης αλλάζει μορφή. Οι πολίτες δεν αναζητούν πλέον το όραμα που θα τους εμπνεύσει, αλλά τον τρόπο να στείλουν ένα μήνυμα δυσαρέσκειας, συχνά χωρίς να πιστεύουν ότι ο αποδέκτης θα το αποκωδικοποιήσει σωστά.
Από αυτή τη μετάβαση μπορούμε να κάνουμε τρεις παρατηρήσεις για το μέλλον του πολιτικού σκηνικού:
- Η απονομιμοποίηση των θεσμών: Όταν η εμπιστοσύνη προς το σύνολο του πολιτικού φάσματος καταποντίζεται σε μονοψήφια ποσοστά, η πολιτική σταθερότητα χάνει το βαθύτερο κοινωνικό της έρεισμα και οι θεσμοί κινδυνεύουν να καταντήσουν σε αποστειρωμένη διαχείριση που ενεργεί ερήμην της λαϊκής βούλησης.
- Η παγίδα της σιωπηλής πλειοψηφίας: Οι αναποφάσιστοι και οι δυσαρεστημένοι δεν αποτελούν μια απλή δεξαμενή που περιμένει να αλιευθεί με επικοινωνιακά τρικ, αλλά έναν σκληρό πυρήνα αμφισβήτησης, διχασμού αλλά και ανασφάλειας με ότι συνεπακόλουθο μπορεί να έχει μια τέτοια κατάσταση.
- Η απουσία εναλλακτικής αφήγησης: Όταν κανείς δεν μπορεί να πείσει ότι η επόμενη μέρα θα είναι διαφορετική, η κοινωνία παγιδεύεται σε μια στάση διαρκούς άμυνας, όπου η δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε σιωπηλή ανοχή ενός προδιαγεγραμμένου αδιεξόδου.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό λοιπόν, είναι αν αυτή η διευρυμένη απαξίωση θα οδηγήσει νομοτελειακά σε μια δομική κρίση διακυβέρνησης ή αν θα ανοίξει το δρόμο για νέες μορφές πολιτικής έκφρασης που δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλωθεί στη συνείδηση των πολιτών.

