Η έκθεση Ageing Report 2027 της Κομισιόν που δημοσιοποιήθηκε πριν από λίγες ημέρες, αναδεικνύει το Δημογραφικό σε μία από τις σημαντικότερες μακροπρόθεσμες προκλήσεις για την Ελλάδα
Δυσοίωνες είναι οι δημογραφικές προβλέψεις για την Ελλάδα, καθώς η χώρα αναμένεται να καταγράψει μία από τις μεγαλύτερες πληθυσμιακές μειώσεις στην Ευρώπη τις επόμενες δεκαετίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης Ageing Report 2027 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο πληθυσμός της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα περιοριστεί από περίπου 10,4 εκατομμύρια το 2025 σε 8,9 εκατομμύρια το 2055, ενώ το 2080 προβλέπεται να έχει υποχωρήσει στα 7,6 εκατομμύρια.
Την ίδια ώρα, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, σε συνδυασμό με τη χαμηλή γεννητικότητα και τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα. Με βάση τον μηχανισμό σύνδεσης των ορίων συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής στα 65 έτη, οι προβολές δείχνουν ότι το όριο των 67 ετών ενδέχεται να φτάσει στα 68 το 2030, στα 70 το 2055 και στα 72 το 2080.
Η χώρα μας συγκαταλέγεται στα κράτη της Ευρώπης που αναμένεται να αντιμετωπίσουν τη μεγαλύτερη δημογραφική συρρίκνωση. Ειδικότερα, την περίοδο 2025-2055 ο πληθυσμός της προβλέπεται να μειωθεί κατά περίπου 14%, ενώ σε βάθος 55 ετών, έως το 2080, η συνολική μείωση εκτιμάται ότι θα φτάσει το 26%.
Από τα περίπου 10,4 εκατομμύρια κατοίκους το 2025, η Ελλάδα αναμένεται να περιοριστεί στα 8,9 εκατομμύρια το 2055 και στα 7,6 εκατομμύρια το 2080. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες προβλεπόμενες μειώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη Βουλγαρία, τη Λιθουανία και την Πολωνία να εμφανίζουν αντίστοιχες ή μεγαλύτερες απώλειες.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο πληθυσμός αναμένεται να φτάσει στο υψηλότερο σημείο του προς το τέλος της δεκαετίας, αγγίζοντας τα 453 εκατομμύρια το 2029. Στη συνέχεια προβλέπεται να ακολουθήσει σταδιακή πτώση, με τον πληθυσμό να υποχωρεί στα 414 εκατομμύρια έως το 2080, καταγράφοντας μείωση περίπου 8%.
Η δημογραφική υποχώρηση της χώρας αποτυπώνεται ως μια σταδιακή αλλά διαρκής διαδικασία ανά δεκαετία:
- 2025: 10,4 εκατομμύρια κάτοικοι
- 2030: 10,2 εκατομμύρια κάτοικοι
- 2040: 9,7 εκατομμύρια κάτοικοι
- 2050: 9,2 εκατομμύρια κάτοικοι
- 2060: 8,6 εκατομμύρια κάτοικοι
- 2070: 8,0 εκατομμύρια κάτοικοι
- 2080: 7,6 εκατομμύρια κάτοικοι
Βασική αιτία της συρρίκνωσης παραμένει η χαμηλή γεννητικότητα. Ο δείκτης γονιμότητας στην Ελλάδα εκτιμάται σε μόλις 1,20 παιδιά ανά γυναίκα το 2025 και προβλέπεται να φτάσει στο 1,45 το 2080 επίπεδο πολύ χαμηλότερο από το 2,1 που απαιτείται για την αναπλήρωση των γενεών. Αν και οι καθαρές ετήσιες μεταναστευτικές εισροές εκτιμώνται μεταξύ 13.000 και 31.000 ατόμων μετά το 2030, δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν την υπεροχή των θανάτων έναντι των γεννήσεων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκτιμά ότι θα υπάρξει σταδιακή ανάκαμψη, με τον δείκτη να φτάνει στο 1,45 έως το 2080. Ωστόσο, η αύξηση αυτή δεν θεωρείται αρκετή για να αντισταθμίσει το δημογραφικό έλλειμμα που έχει ήδη δημιουργηθεί.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται μόνο στη μεταβολή του συνολικού πληθυσμού. Η γήρανση της κοινωνίας και η μείωση των ανθρώπων που βρίσκονται σε παραγωγική ηλικία επηρεάζουν άμεσα την αγορά εργασίας, τα δημόσια έσοδα και τις δυνατότητες χρηματοδότησης των κρατικών δαπανών.
Παράλληλα με τη συνολική μείωση, καταγράφεται σημαντική υποχώρηση του πληθυσμού παραγωγικής ηλικίας (20 έως 64 ετών), ο οποίος από 6 εκατομμύρια το 2025 (58% του πληθυσμού) θα υποχωρήσει σε 3,8 εκατομμύρια το 2080 (50% του πληθυσμού).
Στον αντίποδα, τα ποσοστά των ηλικιωμένων αυξάνονται αλματωδώς:
- Άνω των 65 ετών: Από 23,9% το 2025, εκτιμάται ότι θα φτάσει στο 34,9% το 2050 και στο 34,6% το 2080.
- Άνω των 80 ετών: Το μερίδιό τους σχεδόν διπλασιάζεται, από 7,2% το 2025 σε 14,9% το 2080.
Η δημογραφική γήρανση θέτει νέα δεδομένα και για τα ασφαλιστικά συστήματα. Σύμφωνα με τις προβολές, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση στην ΕΕ αναμένεται να αυξηθεί έως το 2080 κατά επτά χρόνια για τους άνδρες, από τα 79 στα 86 έτη, και κατά έξι χρόνια για τις γυναίκες, φτάνοντας στα 90 έτη.
Παράλληλα, το προσδόκιμο ζωής που απομένει σε έναν άνθρωπο όταν φτάσει στην ηλικία των 65 ετών εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά περίπου πέντε χρόνια, τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες.
Για την Ελλάδα, ιδιαίτερη σημασία έχει ο μηχανισμός που συνδέει την ελάχιστη και τη νόμιμη ηλικία συνταξιοδότησης με τις μεταβολές του προσδόκιμου ζωής στα 65 έτη. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, από το 2021 τα όρια συνταξιοδότησης προβλέπεται να αναπροσαρμόζονται ανάλογα με τις συγκεκριμένες μεταβολές.
Η πρώτη προσαρμογή δεν εφαρμόστηκε, καθώς η πανδημία COVID-19 είχε προκαλέσει μείωση του προσδόκιμου ζωής στα 65 έτη. Το 2024, η μεταβολή σε σχέση με το 2010 ήταν μικρότερη του ενός έτους και, ως εκ τούτου, ο μηχανισμός δεν ενεργοποιήθηκε. Έτσι, τα όρια παρέμειναν στα 67 έτη για πλήρη σύνταξη και στα 62 έτη υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Οι προβολές, ωστόσο, δείχνουν διαφορετική πορεία για τα επόμενα χρόνια. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι το γενικό όριο των 67 ετών θα μπορούσε να αυξηθεί στα 68 το 2030, στα 70 το 2055 και στα 72 το 2080, εφόσον ενεργοποιείται ο μηχανισμός αναπροσαρμογής με βάση το προσδόκιμο ζωής.
Η αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης αποτελεί μία από τις παραμέτρους που εξετάζονται στο πλαίσιο των δημογραφικών προβολών. Η έκθεση επισημαίνει ότι τα αυστηρότερα κριτήρια επιλεξιμότητας και τα ισχυρότερα αντικίνητρα για πρόωρη αποχώρηση από την εργασία αναμένεται να ενθαρρύνουν τους μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζομένους να παραμείνουν περισσότερο στην αγορά εργασίας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ηλικία αποχώρησης από την εργασία εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά περίπου δύο χρόνια κατά μέσο όρο έως το 2080.
Παράλληλα, ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει την ανάγκη ενίσχυσης των κεφαλαιοποιητικών στοιχείων στα ασφαλιστικά συστήματα, καθώς η μείωση του πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού δημιουργεί πιέσεις στα αναδιανεμητικά μοντέλα, τα οποία στηρίζονται στις εισφορές των σημερινών εργαζομένων για την καταβολή των συντάξεων.
Σύμφωνα με σχετική μελέτη του ΟΟΣΑ, σε όλες σχεδόν τις χώρες-μέλη ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων χρειάζεται να συμπληρώνουν τις υποχρεωτικές συντάξεις τους με εθελοντικές εισφορές, προκειμένου να εξασφαλίσουν επαρκές εισόδημα μετά τη συνταξιοδότηση. Το συνταξιοδοτικό κενό φτάνει τουλάχιστον στο 10% των αποδοχών για άνδρες μισθωτούς με μέσο μισθό σε 17 από τις 41 χώρες που εξετάστηκαν.
Μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των συνταξιοδοτικών παροχών και των αναγκών τους εμφανίζουν οι γυναίκες σε 17 χώρες, ενώ οι αυτοαπασχολούμενοι αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κενό σε σχέση με τους μισθωτούς σε 31 χώρες.

