Στο προσκήνιο επανέρχεται το ζήτημα του ελέγχου της ψυχικής καταλληλότητας των εκπαιδευτικών, μέσα από το ρεπορτάζ του «Νεολόγου». Το ερώτημα που τίθεται είναι σαφές: υποβάλλονται οι εκπαιδευτικοί σε ψυχομετρικό έλεγχο πριν μπουν στην τάξη και τι ακριβώς προβλέπει η νομοθεσία;
Της Άντυ Μαγνησαλή
adimagnisali@gmail.com
Η απάντηση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αποκαλύπτει μια σημαντική παράμετρο στον τρόπο με τον οποίο ελέγχεται η καταλληλότητα των εκπαιδευτικών για την άσκηση του διδακτικού τους έργου.
Σήμερα, το θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ψυχιατρική γνωμάτευση στο πλαίσιο της πιστοποίησης της υγείας και της καταλληλότητας για την άσκηση των καθηκόντων, χωρίς όμως να προβλέπει έναν ενιαίο, κρατικά θεσμοθετημένο ψυχομετρικό ή ψυχοτεχνικό έλεγχο που να επαναλαμβάνεται σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Ειδικότερα, για τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς, κατά την ανάληψη υπηρεσίας απαιτείται η προσκόμιση γνωμάτευσης παθολόγου ή γενικού ιατρού, καθώς και γνωμάτευσης ψυχιάτρου. Η τελευταία αφορά την κατάσταση της ψυχικής υγείας και την ικανότητα του εκπαιδευτικού να ασκήσει τα διδακτικά του καθήκοντα. Αντίστοιχο πλαίσιο συνδέεται και με τον διορισμό των μόνιμων εκπαιδευτικών.
ΧΩΡΙΣ ΚΟΙΝΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ
Το κρίσιμο, ωστόσο, είναι τι συμβαίνει από εκεί και πέρα. Δεν προβλέπεται ένας συγκεκριμένος και ενιαίος ψυχομετρικός ή ψυχοτεχνικός έλεγχος που να πραγματοποιείται περιοδικά σε όλους τους εκπαιδευτικούς. Δεν υπάρχει, δηλαδή, μια τυποποιημένη εξέταση προσωπικότητας ή ένα κοινό εργαλείο αξιολόγησης που να επαναλαμβάνεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και να εξετάζει εάν εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις ψυχικής καταλληλότητας για την άσκηση του εκπαιδευτικού έργου.
Με απλά λόγια, ο εκπαιδευτικός ελέγχεται ως προς την καταλληλότητά του στο πλαίσιο της διαδικασίας διορισμού ή ανάληψης υπηρεσίας, αλλά δεν υποβάλλεται σε έναν αντίστοιχο συστηματικό ψυχομετρικό έλεγχο καθ’ όλη τη διάρκεια της εκπαιδευτικής του διαδρομής.
ΕΥΛΟΓΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Στο σημείο αυτό βρίσκεται ένα εύλογο ερώτημα που αφορά όχι μόνο στην προστασία των μαθητών, αλλά και στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς: μπορεί ένα ζήτημα τόσο σημαντικό όσο η ψυχική ανθεκτικότητα, η διαχείριση της πίεσης και συνολικά η καταλληλότητα για ένα επάγγελμα με ιδιαίτερη ευθύνη απέναντι σε παιδιά και εφήβους να ελέγχεται μόνο κατά την είσοδο στο επάγγελμα;
Οι εκπαιδευτικοί διαχειρίζονται καθημερινά τάξεις, παιδιά και εφήβους, δύσκολες συμπεριφορές, συγκρούσεις και ένα απαιτητικό εργασιακό περιβάλλον. Παράλληλα, οι ίδιοι καλούνται να ανταποκριθούν σε ένα έργο που απαιτεί διαρκή ψυχική και συναισθηματική διαθεσιμότητα. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι ένας μηχανισμός «κόβομαι ή περνάω», ούτε μια διαγωνιστική εξέταση προσωπικότητας. Είναι αν υπάρχει ένα σύγχρονο και αξιόπιστο σύστημα περιοδικού ελέγχου και υποστήριξης, το οποίο θα προστατεύει ταυτόχρονα τους μαθητές αλλά και τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς.
Γιατί το να ελέγχεται η καταλληλότητα ενός ανθρώπου για να διδάξει μία φορά και να μην υπάρχει στη συνέχεια κανένας αντίστοιχος τακτικός ψυχομετρικός έλεγχος είναι ένα ζήτημα που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί αδιάφορο, ιδιαίτερα σε ένα επάγγελμα με τόσο άμεση σχέση με παιδιά και εφήβους.
Το σχολείο δεν μπορεί να λειτουργεί με αδιαφορία
Τάσος Σταυρογιαννόπουλος, αιρετός Π.Υ.Σ.Π.Ε. Αχαΐας
Στο ζήτημα παρεμβαίνει ο αιρετός Π.Υ.Σ.Π.Ε. Αχαΐας Τάσος Σταυρογιαννόπουλος, ο οποίος θέτει στο επίκεντρο την ανάγκη να υπάρχει οργανωμένος και αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης περιπτώσεων στις οποίες προβλήματα υγείας επηρεάζουν την άσκηση των καθηκόντων ενός εκπαιδευτικού. Όπως επισημαίνει ο κ. Σταυρογιαννόπουλος, εκπαιδευτικοί που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας, ψυχικές ή ψυχιατρικές δυσκολίες και χρόνιες παθήσεις δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με στιγματισμό ή απαξίωση.
Αντίθετα, χρειάζονται σεβασμό, προστασία της αξιοπρέπειάς τους και αξιοποίηση των προβλεπόμενων υγειονομικών και υπηρεσιακών διαδικασιών. «Υπάρχει η ανάγκη έγκαιρης αξιολόγηση από τα αρμόδια όργανα, αξιοποίηση των νόμιμων αδειών και διευκολύνσεων, προσαρμογή καθηκόντων, όπου προβλέπεται, και αναπλήρωση όταν ένας εκπαιδευτικός αδυνατεί να βρίσκεται στην τάξη. Γιατί το ζήτημα δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον εκπαιδευτικό, αλλά ολόκληρη τη σχολική κοινότητα».
Το ερώτημα που μένει ανοιχτό
Παναγιώτης Καρασπήλιος, μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πάτρας
Στο ίδιο ζήτημα τοποθετείται στο «Νεολόγο» και ο κ. Παναγιώτης Καρασπήλιος, μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Πάτρας επισημαίνοντας ότι η εν λόγω διαδικασία δεν είναι κάτι καινούργιο για το εκπαιδευτικό σύστημα, καθώς ήδη προβλέπονται ιατρικές γνωματεύσεις που συνδέονται με την υγεία και την ικανότητα άσκησης των καθηκόντων. Το ερώτημα, όμως, είναι εάν αυτό το σύστημα ελέγχου επαρκεί για τις σημερινές ανάγκες ή εάν απαιτούνται αλλαγές και πρόσθετες θεσμικές δικλίδες.
Οποιαδήποτε αλλαγή, σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, θα πρέπει να στηρίζεται σε επιστημονικά κριτήρια και σαφείς κανόνες, ώστε να προστατεύονται τόσο οι μαθητές όσο και οι εκπαιδευτικοί. «Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με γενικεύσεις ή απλουστεύσεις.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι κατά πόσο οι υφιστάμενες διαδικασίες ανταποκρίνονται στις σημερινές ανάγκες, εάν επαρκούν ή εάν χρειάζονται μεταβολές και πρόσθετες προβλέψεις. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να απαντηθεί αποσπασματικά ή στη βάση προσωπικών εκτιμήσεων. Οι αρμόδιοι θεσμικοί και επιστημονικοί φορείς διαθέτουν την ευθύνη και την απαραίτητη γνώση για να το αξιολογήσουν. Ωστόσο, κάθε απόφαση οφείλει να στηρίζεται σε επιστημονικά κριτήρια και σαφείς θεσμικές εγγυήσεις», επισήμανε ο κ. Καρασπήλιος.
(Δημοσιεύτηκε στον “Νεολόγο των Πατρών”).



