Είναι το δεύτερο από τα δύο Ψυχοσάββατα του έτους (το πρώτο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω). Ο λόγος που το καθιέρωσε η Εκκλησία μας, παρ’ ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι ο εξής: Επειδή πολλοί κατά καιρούς απέθαναν μικροί ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα ή στα όρη και τους κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτώχειας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσυνών, «οι θείοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν το μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων των άπ’ αιώνος εύσεβώς τελευτησάντων Χριστιανών».
Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής αποτελεί μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές του εκκλησιαστικού έτους, όπου οι πιστοί τιμούν τη μνήμη των κεκοιμημένων προσώπων τους. Τα χρυσά κόλλυβα που φτιάχνουμε αυτή την ημέρα φέρουν βαθύτατο συμβολισμό και συνδέουν τη χριστιανική πίστη με αρχαίες παραδόσεις, εκφράζοντας την ανθρώπινη ανάγκη να διατηρούμε ζωντανή την ανάμνηση όσων αγαπήσαμε.
Η λαϊκή παράδοση ονομάζει χρυσά τα κόλλυβα του Ψυχοσάββατου της Πεντηκοστής, αναγνωρίζοντας την ιδιαίτερη σημασία τους. Παρασκευάζονται με ευλάβεια και προσοχή, με το καντήλι αναμμένο, γεμάτα συναισθηματική και συμβολική φόρτιση. Σύμφωνα με την ορθόδοξη πίστη, οι ψυχές των νεκρών από τη νύχτα της Ανάστασης μέχρι την Πεντηκοστή περιφέρονται αόρατες ανάμεσα στους ζωντανούς, επισκέπτονται τα μέρη όπου έζησαν και συντροφεύουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα.
Ο διακεκριμένος λαογράφος Γεώργιος Μέγας επισημαίνει πως η προοπτική του επανερχομού των ψυχών στον Άδη την επόμενη ημέρα συγκινεί βαθιά τη λαϊκή συνείδηση. Αυτό εκφράζεται μέσα από δημοτικά τραγούδια που λένε: «Όλα τα Σάββατα να ‘ρθουν, να ‘ρθουν και να περάσουν, του Μάη το Ψυχοσάββατο μην έρτη, μην περάση».

