Του Γιώργου Καρβουνιάρη
Λίγους µήνες πριν, ο «Νεολόγος» είχε δηµοσιεύσει ρεπορτάζ για την καταδίκη πολίτη σε έξι µήνες φυλάκιση, µε έναν µήνα πραγµατικής έκτισης, λόγω λεκτικής απειλής προς συγγενικό πρόσωπο. Η υπόθεση αφορούσε ενδοοικογενειακή βία και εντασσόταν σε αυστηρότερο θεσµικό πλαίσιο που εξηγούσε, τουλάχιστον εν µέρει, τη σκληρότητα της ποινικής αντιµετώπισης. Η αντίδραση που προκάλεσε τότε το ρεπορτάζ ήταν η αναµενόµενη: πρόκειται για εξαιρετική περίπτωση, επέµεναν οι περισσότεροι. Τώρα ξέρουµε ότι δεν ήταν.
Πριν δύο εβδοµάδες, το Μονοµελές Πληµµελειοδικείο Πατρών εξέδωσε απόφαση που επαναλαµβάνει σχεδόν πανοµοιότυπα το αποτέλεσµα, µε µια καθοριστική διαφορά: η υπόθεση δεν εµπίπτει στο πλαίσιο της ενδοοικογενειακής βίας. Κατηγορούµενος για απειλή και εξύβριση καταδικάστηκε σε έξι µήνες φυλάκιση, µε έναν µήνα άµεσης έκτισης. Ο παράγοντας που φέρεται να επιβάρυνε αποφασιστικά την ποινή ήταν το ποινικό µητρώο του κατηγορούµενου. Η εξέλιξη αυτή δεν µπορεί να ιδωθεί αποσπασµατικά. Φαίνεται να επιβεβαιώνει την τάση που είχε καταγραφεί στο προηγούµενο ρεπορτάζ: την αυξανόµενη χρήση της δυνατότητας που δίνει ο νέος Ποινικός Κώδικας για πραγµατική έκτιση ποινών ακόµη και σε πληµµελήµατα, χωρίς η έφεση να λειτουργεί ανασταλτικά. Η νέα υπόθεση δεν είναι απλώς παρόµοια µε την προηγούµενη. Είναι επέκτασή της. Και αυτή η επέκταση αλλάζει τη φύση του ζητήµατος. Δεν µιλάµε πλέον για αυστηρότητα εντός ενός ειδικού θεσµικού πλαισίου. Μιλάµε για αυστηρότητα που αποκτά γενικό χαρακτήρα, που µεταφέρεται από την εξαίρεση στον κανόνα χωρίς να έχει δοθεί καµία δηµόσια εξήγηση για αυτή τη µετατόπιση.
Η πράξη Ή το πρόσωπο;
Το ερώτηµα που ανακύπτει είναι θεµελιώδες για κάθε έννοµη τάξη: κρίνει η Δικαιοσύνη την πράξη ή το πρόσωπο; Το ποινικό παρελθόν µπορεί νόµιµα να συνεκτιµάται κατά την επιµέτρηση. Όταν όµως µετατρέπεται σε κυρίαρχο κριτήριο που οδηγεί σχεδόν αυτόµατα σε στέρηση ελευθερίας, το σύστηµα παύει να λειτουργεί ως κριτής συγκεκριµένης πράξης και γίνεται µηχανισµός σωρευτικής τιµώρησης. Η αναλογικότητα, συνταγµατικά κατοχυρωµένη αρχή, υποχωρεί µπροστά σε µια αθροιστική λογική που δεν εξετάζει τι έκανε ο κατηγορούµενος αλλά ποιος είναι.
Οι συνέπειες είναι σαφείς. Όποιος έχει ποινικό µητρώο βρίσκεται διαρκώς σε δυσµενέστερη θέση, ανεξαρτήτως της βαρύτητας της νέας κατηγορίας. Η Δικαιοσύνη παύει έτσι να λειτουργεί ως πεδίο κρίσης πράξεων και τείνει να ενισχύει το ποινικό βάρος όσων βρίσκονται ήδη στο περιθώριο. Μια εξύβριση, υπό αυτές τις συνθήκες, µπορεί να οδηγήσει σε αποτέλεσµα αντίστοιχο µε σοβαρότερα αδικήµατα. Στην πρώτη περίπτωση, η λεκτική απειλή «θα σε σκοτώσω» προς συγγενή κρίθηκε αρκετή για άµεση φυλάκιση στο πλαίσιο ενδοοικογενειακής βίας. Στη δεύτερη, απειλή και εξύβριση εκτός αυτού του πλαισίου οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσµα. Το µήνυµα είναι σαφές: η αυστηρότητα δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά γενικεύεται.
Το ζήτηµα δεν είναι µόνο νοµικό, αλλά και πολιτικό. Η εντύπωση ότι η αυστηρότητα ισοδυναµεί µε αποτελεσµατικότητα δεν στηρίζεται σε δεδοµένα. Έρευνες από χώρες µε ανάλογες πολιτικές δείχνουν ότι η αύξηση των ποινών δεν µειώνει την εγκληµατικότητα. Αντίθετα, επιβαρύνει το σωφρονιστικό σύστηµα, αυξάνει το κοινωνικό κόστος και ενισχύει την υποτροπή, καθώς η φυλάκιση αποκόπτει τον κατηγορούµενο από δίκτυα που θα µπορούσαν να στηρίξουν την επανένταξή του.
Η ζηµιά που δεν ανακτάται
Η άµεση φυλάκιση για πληµµελήµατα έχει συνέπειες που υπερβαίνουν την ίδια την ποινή: επαγγελµατικές απώλειες, κοινωνικός στιγµατισµός και διατάραξη οικογενειακών σχέσεων, πριν καν κριθεί οριστικά η υπόθεση σε δεύτερο βαθµό. Ένας κατηγορούµενος που τελικά αθωώνεται στο Εφετείο µπορεί να έχει ήδη χάσει τη δουλειά του, να έχει στιγµατιστεί και να έχει υποστεί τις συνέπειες µιας ποινής που αποδείχθηκε αδικαιολόγητη. Το ποινικό σύστηµα δεν µπορεί να αγνοεί αυτή την πραγµατικότητα.
Ο χρόνος που εκτίεται δεν επιστρέφει. Αν µια απόφαση ανατραπεί, η ζηµιά έχει ήδη γίνει. Αυτό αγγίζει το τεκµήριο αθωότητας, θεµελιώδες στοιχείο του κράτους δικαίου. Όταν η ποινή εκτελείται πριν τελεσιδικήσει η υπόθεση, το τεκµήριο παύει να λειτουργεί ουσιαστικά, ακόµη κι αν διατηρείται τυπικά. Η τυπική διατήρηση µιας αρχής που παραβιάζεται δεν αποτελεί εγγύηση.
Η συζήτηση που άνοιξε ο «Νεολόγος» δεν ήταν ούτε είναι θεωρητική. Η νέα απόφαση αποτελεί συνέχεια και θέτει κρίσιµα ερωτήµατα: ποια είναι τα όρια της αυστηρότητας, πώς διασφαλίζεται η αναλογικότητα και πώς προστατεύεται το τεκµήριο αθωότητας όταν η ποινή εκτελείται πριν τελεσιδικήσει η υπόθεση.
Από τον εκσυγχρονισµό στην αυστηροποίηση της ποινικής πρακτικής
Ο νέος Ποινικός Κώδικας, που τέθηκε σε ισχύ το 2019, εισήγαγε τη δυνατότητα πραγµατικής έκτισης ποινών ακόµη και για πληµµελήµατα, σε περιπτώσεις υποτροπής ή επιβαρυντικών περιστάσεων. Ο κώδικας παρουσιάστηκε τότε ως εκσυγχρονισµός του ποινικού συστήµατος, µε στόχο να δοθεί µεγαλύτερη ευελιξία στα δικαστήρια κατά την επιµέτρηση και να αντιµετωπιστεί αποτελεσµατικότερα η υποτροπή.
Η εφαρµογή του στην πράξη, ωστόσο, αναδεικνύει µια εικόνα που οι υποστηρικτές του δυσκολεύονται να αντικρύσουν. Η έφεση, που παραδοσιακά λειτουργούσε ανασταλτικά για τέτοιες κατηγορίες, έχει χάσει αυτή τη λειτουργία σε αυξανόµενο αριθµό υποθέσεων. Αποτέλεσµα είναι πολίτες να εκτίουν ποινές πριν η υπόθεσή τους εξεταστεί σε δεύτερο βαθµό και πριν η καταδίκη τους αποκτήσει τον χαρακτήρα τελεσίδικης κρίσης. Ο «Νεολόγος» έχει καταγράψει σειρά ανάλογων περιπτώσεων τους τελευταίους µήνες: καταδίκη τυφλής γυναίκας χωρίς νοµική εκπροσώπηση, υπέρµετρες ποινές σε πρόσφυγες, πραγµατική έκτιση για µικροπαραβάσεις. Καθεµία ξεχωριστά θα µπορούσε να θεωρηθεί µεµονωµένο περιστατικό δικαστικής αυστηρότητας. Στο σύνολό τους, όµως, συνθέτουν εικόνα τάσης που αποκτά πλέον σαφή κατεύθυνση και ρυθµό, και που δεν µπορεί πλέον να αντιµετωπίζεται ως αλληλουχία τυχαίων γεγονότων.

