Παρά τη σηµαντική αποκλιµάκωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια, η αγορά εργασίας στη Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από έντονες ανισότητες µεταξύ ανδρών και γυναικών. Τα στοιχεία για το 2024 αποκαλύπτουν ένα από τα µεγαλύτερα έµφυλα χάσµατα απασχόλησης στη χώρα, µε τις γυναίκες να εµφανίζουν σαφώς χαµηλότερη συµµετοχή στην εργασία σε σχέση µε τους άνδρες.
Συγκεκριµένα, το ποσοστό απασχόλησης των ανδρών στην Περιφέρεια ανέρχεται στο 72,3%, ενώ για τις γυναίκες περιορίζεται µόλις στο 48,4%. Η διαφορά αγγίζει τις 23,9 ποσοστιαίες µονάδες, καταγράφοντας τη µεγαλύτερη απόκλιση της τελευταίας δεκαετίας.
Μεγαλύτερο χάσµα από τον µέσο όρο της χώρας
Η εικόνα γίνεται ακόµη πιο ανησυχητική όταν συγκρίνεται µε τα στοιχεία της υπόλοιπης Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε εθνικό επίπεδο, η διαφορά στην απασχόληση ανδρών και γυναικών υπολογίζεται περίπου στις 15,6 µονάδες, ενώ στην ΕΕ περιορίζεται κοντά στις 9 µονάδες.
Αυτό σηµαίνει ότι η Δυτική Ελλάδα εµφανίζει ένα χάσµα πολύ µεγαλύτερο τόσο από τον ελληνικό όσο και από τον ευρωπαϊκό µέσο όρο, γεγονός που αναδεικνύει τις δυσκολίες που εξακολουθούν να αντιµετωπίζουν οι γυναίκες στην πρόσβαση στην εργασία.
Παρότι συνολικά η απασχόληση στην Περιφέρεια έχει βελτιωθεί σηµαντικά από το 2014 µέχρι σήµερα, η ανισότητα µεταξύ των δύο φύλων παραµένει σχεδόν σταθερή. Οι γυναίκες εξακολουθούν να έχουν µικρότερη παρουσία στην αγορά εργασίας, αλλά και µεγαλύτερη δυσκολία στην εξασφάλιση σταθερής και πλήρους απασχόλησης.
Οι αιτίες πίσω από την ανισότητα
Η δοµή της τοπικής οικονοµίας φαίνεται να παίζει σηµαντικό ρόλο στη διατήρηση αυτής της εικόνας. Η οικονοµική δραστηριότητα της Περιφέρειας βασίζεται σε µεγάλο βαθµό στο εµπόριο, τις υπηρεσίες, τη γεωργία και τον δηµόσιο τοµέα, κλάδοι στους οποίους οι ευκαιρίες απασχόλησης δεν κατανέµονται ισότιµα µεταξύ ανδρών και γυναικών.
Παράλληλα, κοινωνικοί και οικογενειακοί παράγοντες εξακολουθούν να επηρεάζουν τη γυναικεία απασχόληση. Η φροντίδα παιδιών και ηλικιωµένων, η περιορισµένη πρόσβαση σε υποστηρικτικές δοµές και οι πιο ευάλωτες µορφές εργασίας οδηγούν πολλές γυναίκες είτε εκτός αγοράς εργασίας είτε σε θέσεις µε χαµηλότερες αποδοχές και περιορισµένες προοπτικές εξέλιξης.
Την ίδια στιγµή, οι άνδρες εξακολουθούν να κυριαρχούν σε πιο σταθερές και καλύτερα αµειβόµενες θέσεις εργασίας, διατηρώντας υψηλότερα ποσοστά συµµετοχής στην οικονοµική δραστηριότητα.
Ζήτηµα οικονοµίας και κοινωνίας
Το υψηλό έµφυλο χάσµα δεν αποτελεί µόνο κοινωνικό πρόβληµα, αλλά και αναπτυξιακό ζήτηµα για την Περιφέρεια. Σε µια περιοχή που ήδη αντιµετωπίζει πληθυσµιακή µείωση και γήρανση, η περιορισµένη συµµετοχή των γυναικών στην εργασία µειώνει το συνολικό παραγωγικό δυναµικό και επιβαρύνει περαιτέρω την τοπική οικονοµία.
Οι ειδικοί επισηµαίνουν ότι χωρίς ουσιαστικές πολιτικές στήριξης της γυναικείας απασχόλησης, όπως περισσότερες δοµές φροντίδας, ενίσχυση της ισότητας στην εργασία και καλύτερες συνθήκες απασχόλησης, το χάσµα δύσκολα θα περιοριστεί τα επόµενα χρόνια.
Παράλληλα, η αύξηση της γυναικείας συµµετοχής στην εργασία θεωρείται κρίσιµο στοιχείο για την αναπτυξιακή προοπτική της Περιφέρειας, ιδιαίτερα σε µια περίοδο όπου η τοπική οικονοµία αναζητά νέες πηγές ανάπτυξης και µεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Η αξιοποίηση του γυναικείου εργατικού δυναµικού θα µπορούσε να ενισχύσει τόσο την παραγωγικότητα όσο και την κοινωνική συνοχή.
Παρά τη βελτίωση των οικονοµικών δεικτών, η αγορά εργασίας της Δυτικής Ελλάδας εξακολουθεί να παραµένει άνιση. Και τα στοιχεία δείχνουν ότι οι γυναίκες εξακολουθούν να βρίσκονται ένα βήµα πίσω.
«Περισσότερες κρατικές δοµές για γυναίκες και παιδιά»
«Μπορεί να βρισκόµαστε στην εποχή της εξέλιξης, της προόδου και της τεχνολογικής επανάστασης, ωστόσο σαν κοινωνία έχουµε µείνει αρκετά πίσω στο ζήτηµα της ισότητας στην εργασία. Όπως διαπιστώσαµε και από τα στοιχεία, που µας παρουσιάστηκαν µέσα από το επιτυχηµένο έργο της ΠΔΕ, του µηχανισµού αγοράς εργασίας, το ποσοστό των γυναικών που εργάζεται είναι κατά πολύ µικρότερο εν συγκρίσει µε αυτό των ανδρών. Αυτό συµβαίνει για δύο λόγους: αφενός εξακολουθούν να υπάρχουν στερεότυπα και ανισότητες, που περιορίζουν τις γυναίκες επαγγελµατικά, αφετέρου δεν υπάρχουν ουσιαστικές κρατικές πολιτικές υπέρ της εργασίας των γυναικών. Κατά τη γνώµη µου, το σηµαντικότερο είναι να στηριχθούν οι γυναίκες µε οικογένειες: να δηµιουργηθούν περισσότερες κρατικές δοµές για τα παιδιά εργαζόµενων µητέρων για να µην τίθεται θέµα φύλαξης ή ανάγκης µειωµένου ωραρίου. Με άλλα λόγια, θεωρώ απαραίτητο να ενισχυθούν οι πολιτικές που διευκολύνουν την ισορροπία ανάµεσα στην επαγγελµατική και την οικογενειακή ζωή. Παράλληλα, πολιτικές όπως το ευέλικτο ωράριο, η τηλεργασία και η προστασία της µητρότητας µπορούν να βοηθήσουν τις γυναίκες να συνδυάζουν επαγγελµατική και οικογενειακή ζωή. Έτσι, περισσότερες γυναίκες θα έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν επαγγελµατικά και να κατακτήσουν υψηλές θέσεις».

