ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΚΕΦΑΛΑ
Έχει μέλλον η τηλεργασία στην Ελλάδα; Παρουσιάζει αυξητικές η μειωτικές τάσεις; Αν και σε πολλές περιπτώσεις προτείνεται ένα υβριδικό μοντέλο, η χώρα μας μπαίνει κι αυτή πια δυναμικά στον χάρτη της τηλεργασίας στον ευρωπαϊκό χώρο, αφού υπάρχουν δουλειές, που πλέον γίνονται μόνο διαδικτυακά ή υβριδικά, δηλαδή κάποιες μέρες στον χώρο εργασίας και άλλες φορές από το σπίτι ή αλλού. Πέραν των όσων αποκαλύπτουν τα στατιστικά στοιχεία, οι έρευνες συγκλίνουν σε συμπεράσματα που εκ των υστέρων μπορούν να θεωρηθούν αυτονόητα, όπως το πόσο διευκολύνει η τηλεργασία την εναρμόνιση σταδιοδρομίας και οικογενειακής ζωής. Ποια είναι όμως η κατάσταση όχι μόνο πανελλαδικά αλλά και στην Δυτική Ελλάδα αυτήν την περίοδο; Το ρεπορτάζ δείχνει πως ανάμεσα στην Δυτική Ελλάδα και στην υπόλοιπη χώρα υπάρχει μια δυσαναλογία.
Με αφορμή την διείσδυση του νέου μοντέλου αυτού εργασίας ο «Νεολόγος» παρουσιάζει τον βαθμό τηλεργασίας στην περιοχή μας. Για το θέμα μίλησε ο Γενικός Γραμματέας ΓΣΕΕ κ. Δημήτρης Καραγεωργόπουλος.
Δημήτρης Καραγεωργόπουλος, Γενικός Γραμματέας ΓΣΕΕ Άνοδος σε Πάτρα και Αγρίνιο
Ανοδικές τάσεις έχει σημειώσει η τηλεργασία στις περιοχές της Δυτικής Ελλάδας σύμφωνα με τον Δημήτρη Καραγεωργόπουλο. Πιο συγκεκριμένα, ο εν λόγω τρόπος εργασίας έχει σημειώσει άνοδο σε μεγάλο βαθμό στην Πάτρα και το Αγρίνιο.
«Η τηλεργασία έχει αναδειχθεί ως μια σημαντική τάση στη Δυτική Ελλάδα, ιδιαίτερα μετά την πανδημία COVID-19. Η αναγκαιότητα για κοινωνική αποστασιοποίηση ώθησε πολλές επιχειρήσεις να υιοθετήσουν την εξ αποστάσεως εργασία, αξιοποιώντας τις τεχνολογικές δυνατότητες.
Η περιοχή της Δυτικής Ελλάδας, με το πολυποίκιλο γεωγραφικό της τοπίο, παρουσίασε ιδιαίτερα ενδιαφέροντα δεδομένα ως προς την υιοθέτηση της τηλεργασίας. Στις αστικές περιοχές, όπως η Πάτρα και το Αγρίνιο, η πρόσβαση σε γρήγορο διαδίκτυο διευκόλυνε την τηλεργασία, επιτρέποντας σε πολλούς επαγγελματίες να εργάζονται αποτελεσματικά από το σπίτι. Παράλληλα, οι αγροτικές περιοχές αντιμετώπισαν προκλήσεις λόγω περιορισμένης τεχνολογικής υποδομής.
Η τηλεργασία, λοιπόν, έχει εδραιωθεί ως μια βιώσιμη επιλογή για πολλούς εργαζόμενους στη Δυτική Ελλάδα, προσφέροντας ευκαιρίες αλλά και προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν».
«Μεγαλύτερη ευελιξία στην τηλεργασία»
Συνεχίζοντας, ο κ. Καραγεωργόπουλος στάθηκε στα πλεονεκτήματα της τηλεργασίας ενώ υπογράμμισε πως η κυβέρνηση έχει λάβει τα απαραίτητα μέτρα ούτως ώστε να προστατεύονται οι εργαζόμενοι που δουλεύουν απομακρυσμένα.
«Τα πλεονεκτήματα της τηλεργασίας είναι πολλά: μεγαλύτερη ευελιξία, βελτίωση της ισορροπίας εργασίας-ζωής, και μείωση των καθημερινών μετακινήσεων. Ωστόσο, δεν λείπουν και οι προκλήσεις, όπως η αίσθηση απομόνωσης και οι δυσκολίες στη διαχείριση του χρόνου.
Η κυβέρνηση έχει αναγνωρίσει τη σημασία της τηλεργασίας και έχει υιοθετήσει μέτρα για την προστασία των τηλεργαζόμενων. Δεν είναι όμως αρκετά γιατί όπως σε κάθε πτυχή της απασχόλησης ελλοχεύει ο κίνδυνος της ανήθικης επιχειρηματικότητας. Η ενίσχυση της τεχνολογικής υποδομής σε απομακρυσμένες περιοχές παραμένει κρίσιμη για την ευρύτερη υιοθέτηση της τηλεργασίας».
Πτωτική τάση πανελλαδικά από το 2023
Το ρεπορτάζ του «Ν» παρακολουθεί την απομακρυσμένη εργασία και πανελλαδικά βλέποντας πως η τάση δεν είναι ίδια όπως στην Δυτική Ελλάδα.
Ήδη από το 2023 η Ελλάδα βρίσκεται πολύ χαμηλά στις έρευνες που έχουν γίνει αναφορικά με τη μέθοδο τηλεργασίας. Συγκεκριμένα, οι εργαζόμενοι δουλεύουν από το σπίτι 0,5 ημέρες την εβδομάδα και βρίσκονται στις χαμηλές θέσεις των κατατάξεων πάνω από χώρες όπως η Νότιος Κορέα. Ενώ μάλιστα δηλώνουν ότι θα επιθυμούσαν να δουλεύουν περισσότερο εξ αποστάσεως.
Έτσι, η Ελλάδα φιγουράρει στη θέση 32 παγκοσμίως (25η στην Ευρώπη) στον Παγκόσμιο Δείκτη Τηλεργασίας ενώ η Αθήνα είναι 17η παγκοσμίως (και μόλις 8η στην Ευρώπη) στη διαδικτυακή βαθμολογία, που βασίζεται στις κριτικές των χρηστών.
Απογοητευτικά τα πράγματα το 2024
Ακόμη πιο απογοητευτικά τα πράγματα ήταν το 2024 όπου σε έρευνες η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις των κατατάξεων με Αθήνα και Θεσσαλονίκη να μην είναι ιδιαίτερα προσαρμοσμένοι στην εφαρμογή της απομακρυσμένης εργασίας.
Μάλιστα, συγκαταλέγεται στις πρώτες 15 ευρωπαϊκές πόλεις με τη χαμηλότερη κατάταξη στον δείκτη ασφάλειας, σημειώνοντας μόλις 53 ενώ έχει χαμηλή βαθμολογία και στον δείκτη ποιότητας ζωής.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Νεολόγος*

