Διάκριση για τη μαθήτρια της Α΄ Λυκείου, Μακρίνα Σπηλιοπούλου, του ΓΕΛ Δάφνης στον 2ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό «Μικρά Ασία – Πόντος: Ενθυμήματα»
Θερμά συγχαρητήρια στη μαθήτρια της Α΄ Λυκείου, Μακρίνα Σπηλιοπούλου, για τη σημαντική της διάκριση στον 2ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Δημιουργίας Ιστορικού Αφηγήματος και Αφίσας με θέμα «Μικρά Ασία – Πόντος: Ενθυμήματα».
Η μαθήτρια αναδείχθηκε επιλαχούσα στην κατηγορία «Ιστορικό Αφήγημα» με το έργο της «Αναμνήσεις μιας μεταφυτευμένης ζωής».
Την ιδιαίτερη αυτή επιτυχία τίμησε και επίσημα ο Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης κ. Γεώργιος Παπατσίμπας, ο οποίος εξέφρασε τα θερμά του συγχαρητήρια τόσο στη μαθήτρια όσο και στους εκπαιδευτικούς του ΓΕΛ Δάφνης για τη στήριξη και καθοδήγηση των μαθητών.
Ο διαγωνισμός διοργανώθηκε από το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, μέσω της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων, σε συνεργασία με την Ειδική Συνοδική Επιτροπή Πολιτιστικής Ταυτότητος της Εκκλησίας της Ελλάδος και την Έδρα Ποντιακών Σπουδών του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ).
Κατά το σχολικό έτος 2025–2026 συμμετείχαν 66 έγκυρες συμμετοχές από 38 σχολικές μονάδες των Περιφερειακών Διευθύνσεων Αττικής, Κεντρικής Μακεδονίας, Πελοποννήσου και Βορείου Αιγαίου.
Οι βραβευθέντες και διακριθέντες μαθητές θα έχουν την ευκαιρία να συμμετάσχουν σε εκπαιδευτική επίσκεψη στην Περιφερειακή Ενότητα Μαγνησίας, σε τόπους που συνδέονται με την ιστορία και τον πολιτισμό του Πόντου και της Μικράς Ασίας.
Η επιτυχία της μαθήτριας του ΓΕΛ Δάφνης επιβεβαιώνει τη σημασία τέτοιων πρωτοβουλιών, που ενισχύουν τη γνώση της ιστορίας, τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης και τη δημιουργική έκφραση των νέων.
Θερμά συγχαρητήρια για αυτήν την αξιέπαινη προσπάθεια!
Ακολουθεί το Ιστορικό Αφήγημα της Μακρίνας Σπηλιοπούλου.
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΜΕΤΑΦΥΤΕΥΜΕΝΗΣ ΖΩΗΣ
Σήμερα ο μεγάλος εγγονός μου με ρώτησε για την ζωή μου. Κάθισαν όλα γύρω μου και κρέμονταν απ’ τα χείλια μου. Τι να τους πρωτοπώ; Ας τους τα πω απλά. Είναι παιδιά. Σαν μεγαλώσουν θα τους τα πω καλύτερα. Τα δίδυμα με πλησίασαν και με ξαναρώτησαν: «Παππού, θα μας πεις την ιστορία σου;» Έγνεψα ναι. Έβαλα τις μνήμες μου σε μια τάξη και ξεκίνησα να τους μιλάω.
Γεννήθηκα το 1908 στην Οινόη. Το σπίτι μας ήταν δίπλα στην θάλασσα. Μου άρεσε πολύ να βουτάω και με το δίχτυ να πιάνω ψάρια. Με τους φίλους μου παίζαμε διαρκώς στην παραλία. Είχε πολλούς Έλληνες η Οινόη. Οι περισσότεροι ασχολούνταν με το εμπόριο, το ψάρεμα και την κεραμική. Θυμάμαι! Θυμάμαι τον πατέρα μου. Τον έλεγαν Παναγιώτη Κακουλίδη. Ήταν ψαράς και έμπορος. Αρχοντάνθρωπος! Ήταν καϊμακάμης στην Οινόη. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Πήγαινε στην αγορά και γύριζε πότε με το λάδι, πότε με τα λαχανικά, το βούτυρο ή το τυρί.
Εκείνη την μέρα είχε μόλις γυρίσει από το “Ούνπαζαρ” με το αλεύρι. Καθίσαμε στο τραπέζι να φάμε. Ξάφνου ακούσαμε άγρια χτυπήματα στην πόρτα. Οι τσέτες εισέβαλαν στο σπίτι και έπιασαν τον πατέρα. Μαζί με όλους τους άντρες της πόλης και από άλλες πόλεις τους μάζεψαν στην παραλία και άρχισε η πεζοπορία για τα αμελέ ταμπουρού. Οι Τούρκοι έφιπποι τους φώναζαν να βιαστούν και χτυπούσαν όποιον αργούσε. Ο πατέρας γύρισε να μας δει για τελευταία φορά και βιάστηκε να συνεχίσει τον δρόμο του πριν οι Τούρκοι τον δουν. Κούνησε από μακριά το χέρι του. Στεκόμασταν εκεί όλοι μαζί κοιτάζοντας τους άντρες που απομακρύνονταν, μέχρι που χάθηκαν στον ορίζοντα. Μόνο τότε επιστρέψαμε στα σπίτια μας αμίλητοι. Όλη η πόλη ορφάνεψε. Δεν είχαμε όρεξη για παιχνίδι. Δεν είχαμε όρεξη για συζήτηση. Η πόλη θρηνούσε σιωπηλά αλλά δεν τολμούσε να αρθρώσει τις λέξεις. Κανείς δεν τολμούσε να ρωτήσει τι θα γινόταν. Δεν τους ξαναείδαμε από τότε! Δεν μάθαμε ποτέ την τύχη τους.
Πήρα μια βαθιά ανάσα πριν συνεχίσω. Ένας κόμπος μού στεκόταν στον λαιμό. Ήπια μια γουλιά νερό και συνέχισα.
Οι μέρες περνούσαν και σιγά σιγά το κελάρι άδειαζε. Αν συνέχιζε έτσι δεν θα είχαμε φαΐ να φάμε. Ήμουν το μόνο αγόρι στην οικογένεια! Τι κι αν ήμουν οκτώ ετών… Έπρεπε να ζήσω την οικογένειά μου! Οι παππούδες δεν μπορούσαν να εργαστούν. Πήγα στο Καπάνι και βρήκα τον Αχμέτ, τον χονδρέμπορο που αγόραζε ο πατέρας τα εμπορεύματα• του ζήτησα ένα κάρο καρπούζια. Αυτός με κοίταξε προσεκτικά και με ρώτησε: «Τι θα τα κάνεις τόσα καρπούζια;» «Θα τα πουλήσω!» Σήκωσε τους ώμους αδιάφορα. Με βοήθησε να φορτώσω το κάρο και μου είπε
πόσο κοστίζουν. Παζάρεψα για την τιμή. Τελικά συμφωνήσαμε στα δύο τρίτα της τιμής. Κάναμε τριπλή χειραψία και μου είπε: «Είσαι καλός έμπορος! Θα τα καταφέρεις.» Γύρναγα στην πόλη διαλαλώντας την πραμάτεια μου. Πουλούσα ό,τι αγόραζα από τον Αχμέτ και ψάρια που ψάρευαν οι γέροντες της οικογένειάς μου. Έτσι ζούσαμε τότε.
Μετά από έναν χρόνο, άλλη συμφορά έπεσε στην πόλη. Οι τσέτες άρχισαν να κάνουν επιδρομές. Αναγκαστήκαμε να φύγουμε. Μπήκαμε σε ένα πλοίο για την Κωνσταντινούπολη. Μας έπιασε φουρτούνα. Ο παππούς μου ο π. Ευστάθιος μου είπε να βάλω την εικόνα του αγίου Στυλιανού που είχαμε πάρει μαζί μας για να την προστατέψουμε. Μόλις την ακουμπήσαμε στο νερό η φουρτούνα κόπασε.
Όταν φτάσαμε στον Γαλατά οι Τούρκοι λιμενικοί μάς οδήγησαν στον καταυλισμό. Η πείνα ήταν αφόρητη. Το φαγητό που μας έδιναν ήταν ελάχιστο. Οι αδελφές μου, η μητέρα και οι παππούδες μου υπέφεραν. Για εμένα δεν με ένοιαζε. Εγώ άντεχα! Δεν μπορούσα όμως να αφήσω την οικογένειά μου να πεθάνει. Έβγαινα κρυφά κάτω από το συρματόπλεγμα και πήγαινα στην αγορά της Πόλης. Εκεί εύρισκα πράγματα που αγόραζα για να πουλήσω στον καταυλισμό. Με τον ταβά γύριζα και πουλούσα το εμπόρευμα. Όμως οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά. Δύσκολα κατάφερνα να πουλήσω το εμπόρευμά μου. Μια μέρα έφτασα στην άλλη άκρη του καταυλισμού και κατάλαβα τον λόγο. Εκεί υπήρχε μια καντίνα με πολλά πράγματα και οι περισσότεροι αγόραζαν από εκεί. Θύμωσα! Είχα κοπιάσει τόσο πολύ και δεν μπορούσα να βοηθήσω την οικογένειά μου.
Γύρισα και τους ανακοίνωσα πως θα φύγω για την Ελλάδα. Τότε οι γέροντες έκαναν συμβούλιο και αποφάσισαν να με ακολουθήσουν. Μας έβαλαν να υπογράψουμε ότι παραιτούμαστε απ’ τις περιουσίες που είχαμε στην Οινόη για να πάρουμε περιουσίες στην Ελλάδα. Ο π. Ευστάθιος αποφάσισε να το υπογράψουμε. Επιβιβαστήκαμε σε ένα πλοίο για τον Πειραιά. Το ταξίδι ήταν δύσκολο. Ευτυχώς κάποτε φτάσαμε στην Ελλάδα.
Τους πρώτους μήνες μείναμε σε ένα προσφυγικό σπίτι στην Νέα Σμύρνη. Στην αρχή το σπίτι ήταν απλή οικοδομή. Σχεδόν γιαπί. Όμως σιγά σιγά διορθωνόταν, μέχρι που άρχισε να μοιάζει με σπίτι. Και τι δεν έκανα για να ζήσω την οικογένειά μου. Δούλευα λούστρος, πουλούσα κουλούρια… Μα αυτό δεν έφτανε. Βρήκα δουλειά σε ένα μαραγκούδικο… Ύστερα, σε ένα μανάβικο… Η οικογένεια σκόρπισε. Οι γέροντες κοιμήθηκαν, η αδελφή μου η Θεοδώρα πήγε δασκάλα στην Βέροια -μετά από λίγα χρόνια πέθανε από τύφο-, η Περιστεριώτα παντρεύτηκε και ακολούθησε τον άντρα της στην Αφρική. Μόνο η Μάχη έμεινε με την μητέρα.»
Είναι πια αργά… Η κόρη μου μπαίνει μέσα και παίρνει τα παιδιά να πάνε για ύπνο. Το δωμάτιο αδειάζει. Μόνο οι αναμνήσεις μένουν να με συντροφεύουν.
Θυμάμαι! Ναι! Θυμάμαι την μέρα που βρήκα δουλειά στο βιβλιοπωλείο “ΚΑΟΥΦΜΑΝ”. Περνούσα απ’ έξω και είδα την αγγελία «ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ». Μπήκα μέσα. Η πωλήτρια μιλούσε με τον πελάτη, έναν καλοντυμένο κύριο, που ύστερα από λίγο έφυγε. Με πλησίασε και με ρώτησε σε τι μπορεί να με βοηθήσει. Της είπα πως είχα δει την αγγελία και έψαχνα εργασία. Μου ζήτησε να αφήσω τα στοιχεία μου και να περάσω την επόμενη μέρα. Το επόμενο πρωί κατά τις εννέα ήμουν εκεί. Ο Χέρμαν Κάουφμαν που ήταν εκείνη την ώρα εκεί με ρώτησε: «Γιατί θέλεις να πάρεις αυτήν την θέση;» Του απάντησα: «Έχω ανάγκη για εργασία και ένα βιβλιοπωλείο θα ήταν το κατάλληλο μέρος για ‘μένα.» «Γνωρίζεις ξένες γλώσσες;» «Γνωρίζω τουρκικά και θέλω να μάθω γαλλικά.» Παραξενεύτηκε με την απάντησή μου και με ρώτησε: «Πώς κι έτσι;». Του εξήγησα με λίγα λόγια την ιστορία μου. «Συγχαρητήρια!» μου είπε συγκινημένος «Θα σου δώσω την θέση! Η ιστορία σου δείχνει το πείσμα σου και την εργατικότητα σου.»
Μου άρεσε να εργάζομαι! Το είχα συνηθίσει από μικρός και δεν με κούραζε. Θυμάμαι το πατάρι με τους μεγαλύτερους θησαυρούς. Θυμάμαι τις ώρες της ξεκούρασης. Ο Χέρμαν Κάουφμαν μου είχε δώσει εκπτώσεις στα βιβλία. Μάθαινα Γαλλικά! Αγαπούσα την δουλειά μου, αλλά ονειρευόμουν να ανοίξω τις δικές μου εκδόσεις, να δουλεύω στο δικό μου βιβλιοπωλείο.
Η Μαίρη, η γυναίκα μου, μπαινοβγαίνει στο δωμάτιο. Γεννήθηκε στην Σμύρνη. Έφτασε στην Ελλάδα δύο χρόνια πριν την καταστροφή. Όταν παντρευτήκαμε μείναμε για λίγο στο Φάληρο. Ύστερα χτίσαμε σπίτι δικό μας, μία διώροφη πολυκατοικία στο κέντρο. Κατάφερα να ανοίξω και τον εκδοτικό οίκο “Κακουλίδη” και το βιβλιοπωλείο “Φωλιά του βιβλίου” όπως ονειρευόμουνα. Τώρα μένουμε στο εξοχικό μας στην Πεύκη. Να είμαστε κοντά στα εγγονάκια μας. Στο βιβλιοπωλείο πηγαίνω κάθε μέρα κι ας μην έχει πολλή δουλειά αυτές τις μέρες. Άδειασε η Αθήνα για καλοκαίρι.
Πηγές:
• Προφορικές αφηγήσεις για τον προπάππου μου (Κωνσταντίνο Κακουλίδη) και την προγιαγιά μου (Μαίρη)
• Ιστορία Γ’ Λυκείου (Ανθρωπιστικών Σπουδών) Κεφάλαιο Ε.1
• ΕΡΤnews “Το στρατόπεδο Σελιμιέ” https://www.ertnews.gr/roi-idiseon/to-stratopedo-selimie-tis-konstantinoypolis-mesa-apo-tis-martyries-apogonon-deyteris-kai-tritis-prosfygikis-genias/
• Prlogos.gr “Οινόη του Πόντου” https://www.prlogos.gr/οινόη-του-πόντου-αλύβη-αννία-αυνία-οι/

