Για την Ελλάδα, τα στοιχεία που έχει δημοσιεύσει η Eurostat είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Σύμφωνα με τις μακροπρόθεσμες δημογραφικές προβολές, ο πληθυσμός της χώρας αναμένεται να μειωθεί από περίπου 10,37 εκατομμύρια κατοίκους σήμερα σε μόλις 7,24 εκατομμύρια το 2100, δηλαδή κατά περισσότερο από 3,1 εκατομμύρια ανθρώπους.
Η βασική αιτία αυτής της εξέλιξης είναι η μεγάλη διαφορά μεταξύ γεννήσεων και θανάτων. Η Eurostat προβλέπει ότι από το 2025 έως το 2099 θα γεννηθούν στην Ελλάδα περίπου 4,33 εκατομμύρια παιδιά, ενώ οι θάνατοι θα φτάσουν τα 9,36 εκατομμύρια.
Ακόμη και η θετική καθαρή μετανάστευση, που εκτιμάται σε περίπου 1,9 εκατομμύρια άτομα έως το τέλος του αιώνα, δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει το δημογραφικό έλλειμμα.
Οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να έχουν σοβαρές συνέπειες για την ελληνική οικονομία και κοινωνία, καθώς η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού επηρεάζουν ήδη την αγορά εργασίας, τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, τις δαπάνες υγείας και συνολικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.
Σημαντικές αλλαγές έχουν επέλθει όμως και στην κατανομή των γεννήσεων ανά ηλικία της μητέρας. Έτσι, το 30% προέρχεται σήμερα από μητέρες μικρότερες των 30 ετών, ενώ το ίδιο ποσοστό το 2008-09 ανερχόταν στο 43% (το δε 1980 στο 78%).
Αντιθέτως το ποσοστό των γεννήσεων από γυναίκες 40 ετών και άνω υπερ-τριπλασιάσθηκε σχεδόν (4,5% το 2008-09 και 11,2% -εκτίμηση- το 2025-26) και εξαπλασιάσθηκε σε σχέση με το 1980 που ανερχόταν στο 1,8 %. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι γεννήσεις ανάμεσα στο 2008-9 και το 2025-26 αυξήθηκαν μόνον στις ηλικίες 40-44 και 45-49 ετών, ενώ μειώθηκαν σε όλες τις άλλες ηλικιακές ομάδες.

