Ο Άρειος Πάγος τάχθηκε με σαφήνεια υπέρ της εφαρμογής του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα στην υπόθεση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, κρίνοντας πως όσοι εκτίουν περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης οφείλουν να έχουν συμπληρώσει πραγματικά 25 χρόνια φυλάκισης για να εξεταστεί η υφ’ όρον απόλυσή τους.
Το ανώτατο δικαστήριο εξήγησε ότι ο νέος Κώδικας κάλυψε ένα κενό που υπήρχε στο προηγούμενο νομικό πλαίσιο, καθώς το ζήτημα ρυθμιζόταν παλαιότερα μόνο μέσα από τη νομολογία, η οποία είχε καταλήξει στα 19 έτη. Κατά τους δικαστές, ωστόσο, η παλιά νομολογιακή προσέγγιση δεν μπορεί να συγκριθεί με ρητή νομοθετική διάταξη, καθώς η αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ευμενέστερου νόμου ισχύει μόνο μεταξύ διατάξεων νόμων και όχι ανάμεσα σε νόμο και νομολογία που είχε αναπτυχθεί για την κάλυψη ενός κενού. Έτσι, κατέληξε ότι ο ισχύων Κώδικας εφαρμόζεται και σε πράξεις που έγιναν πριν από την 1η Ιουλίου 2019, καθορίζοντας τα 25 έτη ως το ελάχιστο διάστημα πραγματικής έκτισης για όσους εκτίουν πολλαπλά ισόβια.
Η απόφαση επικρίνει επίσης την αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, το οποίο είχε αποφασίσει την αποφυλάκιση του Γιωτόπουλου. Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, το Συμβούλιο δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τις προϋποθέσεις για την υφ’ όρον απόλυση, περιοριζόμενο σε στοιχεία όπως η τήρηση των όρων έξι κανονικών αδειών, η απόκτηση πτυχίου, μεταπτυχιακού και διδακτορικού στα μαθηματικά από γαλλικό πανεπιστήμιο, καθώς και η παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων του 2002 και του 2015. Οι αρεοπαγίτες έκριναν πως αυτά τα στοιχεία αποδεικνύουν απλώς εξωτερικά καλή συμπεριφορά και όχι γνήσια εσωτερική αποδοχή των κανόνων διαβίωσης, ενώ αναγνώρισαν μεν ότι η ακαδημαϊκή πορεία δείχνει προσπάθεια πνευματικής καλλιέργειας κατά τον εγκλεισμό, χωρίς όμως αυτό να αποδεικνύει ηθική βελτίωση ή πραγματικό σωφρονισμό.
Το ανώτατο δικαστήριο θεώρησε ελλιπή την αιτιολογία και ως προς τις δημόσιες παρεμβάσεις του κρατουμένου, καθώς το βούλευμα δεν παρέθεσε συγκεκριμένα αποσπάσματα από επιστολή του στην εφημερίδα «Documento» που υποτίθεται ότι αποδεικνύουν στάση υπέρ του κράτους δικαίου, ούτε εξήγησε τη σύνδεση με τη συμπεριφορά του απέναντι στη δικαιοσύνη. Το ίδιο ισχύει και για υποτιμητικά σχόλια που είχε διατυπώσει για πρώην συγκατηγορουμένους του σε επιστολή στην εφημερίδα «Έθνος», για τα οποία δεν τεκμηριώθηκε αν συνδέονται με τον σωφρονισμό του ή με προσωπικές αντιπάθειες.
Κεντρικό σημείο της απόφασης αποτελεί το ζήτημα της μεταμέλειας. Ο Άρειος Πάγος επεσήμανε ότι το βούλευμα δεν τεκμηριώνει πουθενά ότι ο κατάδικος έχει πράγματι σωφρονιστεί, μετανοήσει ειλικρινά για τα εγκλήματά του ή αποστασιοποιηθεί από το παρελθόν του, στοιχεία απαραίτητα για να διασφαλιστεί η ομαλή επανένταξή του στην κοινωνία. Αντίθετα, το ίδιο το βούλευμα παραδέχεται ότι ο Γιωτόπουλος δεν αποδέχθηκε ποτέ τις πράξεις του ούτε εξέφρασε μεταμέλεια, γεγονός που οι δικαστές θεωρούν ένδειξη ότι η ηθική του μεταστροφή δεν έχει ολοκληρωθεί.
Τέλος, το δικαστήριο έκρινε ότι δεν πληρούνταν ούτε η τυπική προϋπόθεση για την υφ’ όρον απόλυση, καθώς το Συμβούλιο Εφετών θεώρησε λανθασμένα επαρκή τα 23 χρόνια πραγματικής έκτισης, ενώ για κρατούμενο που εκτίει 17 ισόβια και πρόσκαιρη κάθειρξη 25 ετών το ελάχιστο απαιτούμενο διάστημα είναι τα 25 έτη. Με βάση όλα αυτά, ο Άρειος Πάγος δέχθηκε την αίτηση αναίρεσης του αντεισαγγελέα, ακύρωσε το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση για νέα κρίση σε διαφορετική δικαστική σύνθεση.

