Μετά τον αθέµιτο ανταγωνισµό που καλούνται να αντιµετωπίσουν οι επαγγελµατίες της εστίασης στον καφέ, καθώς δεν είναι λίγα τα µίνι µάρκετ -ή καλύτερα τα convenience stores- που διαθέτουν καφέ σε µορφή take away, φαίνεται ότι έχει διαµορφωθεί ένας νέος βραχνάς για τον κλάδο τους.
Και αυτός δεν είναι άλλος από τα έτοιµα φαγητά που έχουν ξεκινήσει να διαθέτουν οι µεγάλες αλυσίδες σούπερ µάρκετ σε µορφή take away. Η νέα αυτή τάση δεν είναι καινούργια στον χώρο του λιανικού εµπορίου τροφίµων, έστω κι αν το έτοιµο φαγητό ξεφεύγει από το πλαίσιο αυτό, καθώς σχετίζεται κυρίως µε τον τοµέα των υπηρεσιών.
Ωστόσο, τους τελευταίους µήνες το µενού που προσφέρουν οι αλυσίδες αυτές έχει γίνει αρκετά πιο «πλούσιο», οι επιλογές έτοιµου φαγητού έχουν αυξηθεί, ενώ την τάση αυτή ακολουθούν ολοένα και περισσότερα σούπερ µάρκετ.
Το µεγάλο ζήτηµα για την εστίαση, το οποίο σχετίζεται µε τον αθέµιτο ανταγωνισµό, είναι ότι οι τιµές που προσφέρονται στον καταναλωτή από τις αλυσίδες αυτές είναι πολύ χαµηλότερες από εκείνες που µπορεί να συναντήσει κανείς σε ένα εστιατόριο ή ακόµη και σε ένα µαγειρείο.
Έχουν φτιάξει ξεχωριστές µονάδες
Ο πρόεδρος του ΣΚΕΑΝΑ, Τάκης Ματθαιόπουλος, σχολιάζοντας την τάση αυτή στον «Ν», τονίζει: «Είναι αρκετός ο κόσµος που πλέον, εξαιτίας διαφόρων παραγόντων, έχει πάψει να µαγειρεύει στο σπίτι του και αγοράζει έτοιµο φαγητό απ’ έξω για το µεσηµεριανό του.
Οι αλυσίδες των σούπερ µάρκετ έχουν πλέον αντιληφθεί την τάση αυτή και, έχοντας δηµιουργήσει δικές τους µονάδες, οι οποίες επί της ουσίας αποτελούν ξεχωριστές βιοµηχανίες, έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν έτοιµο φαγητό σε τιµές που είναι δύσκολο να ανταγωνιστεί ένα κατάστηµα εστίασης».
Πρόκειται, επί της ουσίας, για µια συνθήκη που αποτελεί πλέον βασικό κανόνα της ελεύθερης αγοράς, όπου το µεγάλο «ψάρι» επιδιώκει να γίνει ακόµη µεγαλύτερο, απορροφώντας ακόµη και το ελάχιστο κοµµάτι της αγοράς που µπορεί να αποµείνει στο µικρό.
Ο νόµος της αγοράς επιτρέπει σε µια επιχείρηση που έχει τη δυναµική να προµηθεύεται µεγάλες ποσότητες προϊόντων σε πολύ χαµηλές τιµές να µειώνει σηµαντικά το κόστος παραγωγής και να διαµορφώνει την τελική τιµή µε τέτοιο τρόπο, ώστε να φαίνεται αρκετά χαµηλή, εξασφαλίζοντας παράλληλα σηµαντικά ποσοστά κέρδους.
Η απάντηση που πρέπει να δώσει η εστίαση
Κάτι τέτοιο, ωστόσο, ένα κατάστηµα εστίασης δεν µπορεί να το πετύχει εύκολα. «Η απάντηση που θα µπορούσε να δώσει η εστίαση στην προσπάθεια των µεγάλων αλυσίδων σούπερ µάρκετ να απορροφήσουν και να οικειοποιηθούν ακόµη και αυτό το κοµµάτι της αγοράς είναι η ποιότητα», τονίζει ο κ. Ματθαιόπουλος.
«Η ποιότητα στο φαγητό αποτελεί σηµαντικό ζητούµενο για τον καταναλωτή, το οποίο µπορεί να βρει στα καταστήµατα εστίασης και δύσκολα συναντάται στις αλυσίδες, όπου η παραγωγή των µερίδων είναι µαζική.
Αν µάλιστα ένα κατάστηµα εστίασης καταφέρει να συνδυάσει αυτή την ποιότητα µε σχετικά χαµηλές τιµές, τότε αυτό θα είναι ακόµη καλύτερο για την επιχείρηση. Ωστόσο, πρόκειται για κάτι δύσκολο, καθώς οι ανατιµήσεις, ο πληθωρισµός στα τρόφιµα και το ενεργειακό κόστος που παραµένει υψηλό καθιστούν αβέβαιο το αν µπορεί να επιτευχθεί».
Το σηµαντικό, λοιπόν, για ένα κατάστηµα εστίασης απέναντι σε αυτόν τον ανταγωνισµό είναι η ποιότητα στο φαγητό και γενικότερα στις υπηρεσίες που προσφέρει. Όσο για τη διαφορά των τιµών ανάµεσα στο έτοιµο φαγητό των σούπερ µάρκετ και στην εστίαση, η οποία σίγουρα τραβά την προσοχή του καταναλωτή, ο κ. Ματθαιόπουλος είναι αφοπλιστικός:
«Μπορούν τα νοικοκυριά, µαγειρεύοντας στο σπίτι, να πετύχουν τις τιµές που βρίσκουν στα έτοιµα φαγητά των σούπερ µάρκετ; Δεν νοµίζω», αναφέρει χαρακτηριστικά. Με λίγα λόγια, το όλο ζήτηµα δεν σχετίζεται µε κάποια µορφή αισχροκέρδειας από πλευράς εστίασης, αλλά µε την ακρίβεια και τις ανατιµήσεις των τροφίµων που αντιµετωπίζουν τόσο τα νοικοκυριά όσο και οι επιχειρήσεις.

