Αφορμή για την επαναφορά του ζητήματος αποτέλεσε υπόθεση που συγκλόνισε την ισπανική κοινωνία και προκάλεσε δημόσιο διάλογο για τα όρια της αυτοδιάθεσης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
«Τα κατάφερα επιτέλους, τώρα θέλω να δω αν μπορώ να ηρεμήσω, δεν αντέχω να συνεχίσω», δήλωσε η Νοέλια Καστίγιο στην τελευταία συνέντευξή της στο Antena 3. Λίγες ώρες αργότερα, η 25χρονη πέθανε στο νοσοκομείο Consorci Sanitari Alt Penedès-Garraf στη Βαρκελώνη, μετά από χορήγηση μεγάλης ποσότητας φαρμάκων στο πλαίσιο εγκεκριμένης διαδικασίας ευθανασίας.
Είχε μείνει παραπληγική το 2022 ύστερα από απόπειρα αυτοκτονίας μετά από ομαδικό βιασμό. Η δικαστική αντιπαράθεση ξεκίνησε το 2024, όταν ο πατέρας της προσπάθησε να αποτρέψει την απόφασή της.
Η υπόθεση εξελίχθηκε σε πρωτοφανή σύγκρουση σε χώρα όπου από το 2021 ισχύει νόμος που αναγνωρίζει υπό όρους το δικαίωμα στην ευθανασία και υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Τα δικαστήρια έκριναν τελικά νόμιμη την επιλογή της, χαρακτηρίζοντας την κατάσταση της σοβαρή, χρόνια και χωρίς προοπτική καμία βελτίωσης.
Η ψυχολογική διάσταση της ευθανασίας
Η ευθανασία αποτελεί ένα ιδιαίτερα περίπλοκο και ευαίσθητο ζήτημα, καθώς βρίσκεται στο σταυροδρόμι της ιατρικής, της ψυχολογίας, της ηθικής και του δικαίου. Πίσω από κάθε αίτημα δεν κρύβεται απλώς μια επιλογή, αλλά μια βαθιά εσωτερική πορεία, συχνά γεμάτη πόνο, αβεβαιότητα και έντονα υπαρξιακά ερωτήματα. Από ψυχολογική άποψη, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η επιθυμία για ευθανασία δεν σημαίνει απαραίτητα μια σταθερή και αμετάκλητη επιθυμία για θάνατο.
Συχνά, αυτό που εκφράζει το άτομο είναι η ανάγκη να απαλλαγεί από έναν πόνο που βιώνεται ως ανυπόφορος. Ο πόνος αυτός μπορεί να είναι σωματικός, όπως σε περιπτώσεις σοβαρών ή ανίατων ασθενειών, αλλά και ψυχικός ή υπαρξιακός, συνδεδεμένος με την απώλεια νοήματος, αυτονομίας και αξιοπρέπειας. Η εξάρτηση από άλλους, η αίσθηση αλλοίωσης της ταυτότητας και ο φόβος της επιδείνωσης επιβαρύνουν έντονα τη συναισθηματική κατάσταση.
Τα άτομα που σκέφτονται την ευθανασία συχνά βιώνουν ψυχική εξάντληση, αίσθημα αδιεξόδου και ανάγκη για έλεγχο. Κάποιες φορές συνυπάρχουν καταθλιπτικά στοιχεία, ενώ άλλες η απόφαση είναι πιο συνειδητή και συνδέεται με την αυτοδιάθεση. Κάθε περίπτωση, επομένως, απαιτεί προσεκτική και εξατομικευμένη προσέγγιση.
Η ηθική διάσταση της ευθανασίας
Παραμένει βαθιά διχαστική. Από τη μία πλευρά, προβάλλεται το δικαίωμα του ατόμου να αποφασίζει για το σώμα και τη ζωή του, ιδιαίτερα όταν αυτή συνοδεύεται από έντονο και μη αναστρέψιμο πόνο. Από την άλλη, τίθενται ερωτήματα για το κατά πόσο η κοινωνία και οι επαγγελματίες υγείας οφείλουν να προστατεύουν τη ζωή ακόμη και όταν το ίδιο το άτομο επιθυμεί το αντίθετο. Επιπλέον, ανακύπτουν ανησυχίες για το ενδεχόμενο κοινωνικών πιέσεων, την ευαλωτότητα ορισμένων ομάδων και τον κίνδυνο η απόφαση να μην είναι πλήρως ελεύθερη, αλλά επηρεασμένη από φόβο, μοναξιά ή έλλειψη υποστήριξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος της ψυχολογικής υποστήριξης καθίσταται καθοριστικός. Όπως τονίζει ο κ.Αντώνης Καλέντζης, Ψυχολόγος: «Υποθέσεις όπως αυτή από την Ισπανία μας φέρνουν αντιμέτωπους με ένα βαθιά ανθρώπινο και οδυνηρό ερώτημα: πότε η επιθυμία για τέλος αποτελεί δικαίωμα και πότε κραυγή βοήθειας;
Από ψυχολογική σκοπιά, οι άνθρωποι που ζητούν ευθανασία δεν επιδιώκουν πάντα τον θάνατο, αλλά την απελευθέρωση από μια πραγματικότητα που βιώνεται ως αβάσταχτη. Η ηθική διάσταση δεν είναι μόνο νομική ή φιλοσοφική, είναι υπαρξιακή. Αφορά την ισορροπία ανάμεσα στην αυτονομία και την ανάγκη προστασίας της ανθρώπινης ευαλωτότητας».
Το νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα
Το ζήτημα της ευθανασίας, στην Ελλάδα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και όχι ως απαγορευμένη πράξη. Σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία, η ενεργητική ευθανασία (όταν κάποιος προκαλεί σκόπιμα τον θάνατο ενός ασθενούς, ακόμη και με τη συναίνεσή του) απαγορεύεται και τιμωρείται ποινικά. Υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα, η οποία διάταξη ναι μεν τιμωρεί ελαφρύτερα τον δράστη, από την κοινή ανθρωποκτονία με δόλο, (έως πέντε έτη φυλακίσεως), δεν παύει όμως να είναι αξιόποινη πράξη. Αντίθετα, η παθητική ευθανασία, δηλαδή η διακοπή ή μη έναρξη θεραπείας που παρατείνει τη ζωή, μπορεί να γίνει αποδεκτή υπό προϋποθέσεις. Οι γιατροί οφείλουν να σέβονται την επιθυμία του ασθενούς να αρνηθεί θεραπεία, εφόσον αυτή εκφράζεται ελεύθερα και συνειδητά. Αυτό συνδέεται με το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και την αξιοπρέπεια του ασθενούς. Η ελληνική έννομη τάξη δεν έχει θεσπίσει ειδικό νόμο που να νομιμοποιεί την ευθανασία, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες. Ωστόσο, γίνεται συνεχής δημόσιος διάλογος για το θέμα.
«Θεωρώ ότι θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στις επιλογές των ίδιων των ασθενών, καθώς αυτοί βιώνουν άμεσα τον πόνο και τις συνέπειες της κατάστασής τους. Ωστόσο, αυτό θα πρέπει να γίνεται πάντοτε στο πλαίσιο αυστηρών ιατρικών και νομικών πρωτοκόλλων, τα οποία θα διασφαλίζουν την προστασία όλων των εμπλεκομένων και θα αποτρέπουν πιθανές καταχρήσεις. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί μια πιο ανθρώπινη και ισορροπημένη προσέγγιση σε ένα τόσο δύσκολο ζήτημα».

