
Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο με την κωδική ονομασία Αττίλας. Πενήντα χρόνια και κανείς δεν ξέχασε τους αδικοχαμένους Κύπριους που έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος αλλά και τους αγνοουμένους. Δεν ξέχασαν οι μανάδες που αναζητούσαν επί χρόνια τα παιδιά τους και έσβησαν με το μαχαίρι του πόνου στην καρδιά. Δεν ξέχασε η πολιτική ηγεσία και η Εκκλησία της Κύπρου που φροντίζουν να κρατούν ζωντανή τη μαύρη επέτειο και να διεθνοποιούν το θέμα της παράνομης εισβολής στην Κύπρο που έκοψε στα δυο τη Μεγαλόνησο. Δεν ξεχνούν όμως και οι ξεριζωμένοι που πηγαίνουν στη Βόρεια Κύπρο και βλέπουν το σπιτικό τους να έχει καταληφθεί από Τούρκους εποίκους και τις Εκκλησίες να στέκουν βουβές και βεβηλωμένες.
Το πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε στην Κύπρο, σε μια ασταθή περίοδο της ιστορίας της. Η Κυπριακή Δημοκρατία είχε ιδρυθεί το 1960 και μετά τις διακοινοτικές συγκρούσεις του 1963, Τουρκοκύπριοι μετακινήθηκαν σε θύλακες, ενώ στο νησί δρούσαν παραστρατιωτικές οργανώσεις Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων Εθνικιστών και παραστρατιωτικών. Μέχρι το 1974 μεσολάβησε η άνοδος της Χούντας στην Ελλάδα το 1967, τα γεγονότα της Κοφίνου, και μια μεγάλη περίοδος εμφύλιας διαμάχης στο εσωτερικό της Κύπρου, ενώ η Τουρκία απειλούσε με εισβολή και σχέδια της για διχοτόμηση της νήσου αποκαλύπτονταν σε επίπεδο ηγετών και οργανώσεων.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ήταν σε σύγκρουση με το στρατιωτικό καθεστώς στην Ελλάδα, ενώ αντιμετωπιζόταν με καχυποψία από τις ΗΠΑ. Θεωρείτω ως ο Κάστρο της Μεσογείου, ενώ από τη μια μιλούσε για την πολιτική των Αδεσμεύτων και από την άλλη χαρακτήριζε τους πολέμιούς του ως νεκροθάφτες της Ενώσεως. Στην Κύπρο επίσης, υπήρχαν Έλληνες στρατιωτικοί και στρατιώτες τόσο ως ξεχωριστή δύναμη (Ελληνική Δύναμη Κύπρου ΕΛΔΥΚ) όσο και εντός της Εθνικής Φρουράς. Στην πραγματικότητα οι ΗΠΑ δεν ήθελαν με τίποτε στρατιωτική σύγκρουση (πόλεμο) μεταξύ δύο μελών του ΝΑΤΟ, της Ελλάδας και της Τουρκίας. Οι ΗΠΑ ήθελαν εξωμάλυνση της κατάστασης στην περιοχή, άμεση διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος με απομάκρυνση του Αρχιεπισκόπου Μακάριου και υποστήριξαν παρασκηνιακά μέσω της CIA το σχέδιο για ελληνικό πραξικόπημα και τουρκική εισβολή, χρησιμοποιώντας ως εργαλεία και πιόνια τους κάποιες ηγετικές προσωπικότητες και οργανώσεις από όλες τις πλευρές.
Στις 15 Ιουλίου 1974 έτσι εκδηλώθηκε το πραξικόπημα στην Κύπρο, από την Εθνική Φρουρά. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος διέφυγε προς την Πάφο, πρόεδρος τοποθετήθηκε ο Νίκος Σαμψών που στη συνέχεια ανακήρυξε την “Ελληνική Δημοκρατία της Κύπρου”. Ο Μακάριος μέσω Μάλτας και Λονδίνου έφτασε στη Νέα Υόρκη, όπου στις 19 Ιουλίου έλαβε μέρος στη σύσκεψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Εκεί, κατήγγειλε τη χούντα των Αθηνών για εισβολή.
Στις 20 Ιουλίου, η Τουρκία επικαλούμενη το άρθρο 4 της συνθήκης Εγγυήσεων, εισέβαλε στην Κύπρο. Ουσιαστικά έγινε στρατιωτική αποβίβαση, χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις από την ελληνοκυπριακή πλευρά, λόγω και των διαβεβαιώσεων που είχαν οι Τούρκοι κατά το προηγούμενο διάστημα.
Στις 23 Ιουλίου ο Νίκος Σαμφών προ της διαφαινόμενης κατάρρευσης παραιτήθηκε, όπως και το στρατιωτικό καθεστώς στην Ελλάδα. Όμως τα γεγονότα στην Κύπρο συνέχισαν να ξετυλίγονται και με μια δεύτερη επιχείρηση, τον Ατίλλα ΙΙ, τον Αύγουστο του ιδίου έτους, η Τουρκία κατέλαβε το 36% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας και εκτόπισε 180 χιλιάδες Κύπριους (άλλες 20.000 παρέμειναν εγκλωβισμένοι), ενώ συνολικά σκοτώθηκαν περίπου 3.000 ελληνοκύπριοι.[
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος επέστρεψε στην Κύπρο τον Δεκέμβρη του 1974. Έδωσε κλάδο ελαίας (απονομή χάριτος) στους πραξικοπηματίες και στα μέλη της ΕΟΚΑ Β’- οι οποίοι υπολογίζονται γύρω στις πέντε χιλιάδες ενεργά μέλη. Από το 1974 μέχρι σήμερα συνεχίζονται συνομιλίες για ειρηνική και δίκαιη επίλυση του Κυπριακού Προβλήματος.

