ΤΟΥ Γιώργου Καρβουνιάρη
Υπάρχουν προβλήµατα που λύνονται. Και υπάρχουν προβλήµατα που απλώς διαχειρίζονται. Το εγκαταλελειµµένο κτίριο της οδού Κορίνθου, δίπλα στην παλιά Νοµαρχία, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Μόνο που όταν η «διαχείριση» περιορίζεται σε κορδέλες που στήνονται και ξεστήνονται, το πρόβληµα παύει να είναι τεχνικό και γίνεται θεσµικό. Και όταν η επικινδυνότητα µετατρέπεται σε καθηµερινότητα, η αδιαφορία γίνεται συνένοχη.
Η Ρουλέτα του Πεζοδροµίου
Πολύ µελάνι έχει χυθεί για το ταβάνι αυτού του κτιρίου. Και όχι άδικα. Γιατί όταν κοµµάτια οροφής πέφτουν στο πεζοδρόµιο, το θέµα παύει να είναι αισθητικό. Γίνεται ζήτηµα καθαρής τύχης. Αυτή τη φορά δεν περνούσε κανείς. Την επόµενη;
Το ερώτηµα δεν είναι ρητορικό. Είναι πραγµατικό. Και καθηµερινό. Κάθε φορά που κάποιος διασχίζει το σηµείο, παίζει µια µορφή ρουλέτας µε τη φυσική του ακεραιότητα. Θα κρατήσει το ταβάνι σήµερα; Θα αποκολληθεί κάποιο κοµµάτι; Θα τύχει να περνάει κάποιος εκείνη τη στιγµή;
Το Τελετουργικό των Κορδελών
Ακολούθησε, λοιπόν, το γνώριµο «τελετουργικό». Μπήκαν κορδέλες, βγήκαν κορδέλες, ξαναµπήκαν, ξαναβγήκαν. Ένα πήγαινε-έλα πρόχειρων µέτρων, σαν να αρκεί το πλαστικό της απαγόρευσης για να συγκρατήσει την αδιαφορία.
Η επικινδυνότητα, όµως, παραµένει. Απλώς µετακινείται χρονικά. Το κτίριο δεν επισκευάζεται. Η στατική του δεν βελτιώνεται. Η κατάσταση δεν αλλάζει. Αλλάζει µόνο το χρονοδιάγραµµα της επόµενης πτώσης. Που θα έρθει. Γιατί τα υλικά φθείρονται. Οι κατασκευές παλιώνουν. Και η βαρύτητα δεν κάνει διακρίσεις.
Οι Ερωτήσεις που Δεν Απαντώνται
Πόσος χρόνος πρέπει να περάσει για να γίνει κάτι ουσιαστικό; Η ερώτηση κρέµεται στον αέρα – κυριολεκτικά και µεταφορικά. Το κτίριο είναι εκεί χρόνια. Η κατάστασή του χειροτερεύει συνεχώς. Οι πτώσεις είναι επαναλαµβανόµενες. Και παρόλα αυτά, η απάντηση δεν έρχεται.
Πόσες φορές πρέπει να στηθεί και να ξεστηθεί ένα πρόχειρο «µπάλωµα» µέχρι να αποφασίσει κάποιος ότι η πρόληψη είναι προτιµότερη από την καλή τύχη; Το ερώτηµα είναι ρητορικό, αλλά η απάντηση θα έπρεπε να είναι προφανής. Μια φορά είναι αρκετή. Δύο είναι υπερβολή. Τρεις και πάνω είναι αποδοχή της επικινδυνότητας ως κανονικότητας.
Η Πρόληψη ως Άγνωστη Λέξη
Το πρόβληµα δεν είναι τεχνικό. Η λύση υπάρχει. Η κατεδάφιση του επικίνδυνου τµήµατος, η στερέωση της κατασκευής, η πλήρης αποκατάσταση – όλα αυτά είναι εφικτά. Απαιτούν πόρους, βέβαια. Απαιτούν σχεδιασµό. Απαιτούν συντονισµό. Αλλά είναι εφικτά.
Το κτίριο της οδού Κορίνθου δεν είναι µεµονωµένη περίπτωση. Είναι σύµπτωµα. Σύµπτωµα µιας νοοτροπίας που αντιµετωπίζει τα προβλήµατα µόνο όταν γίνονται κρίσεις. Που επιλέγει το πρόχειρο αντί του µόνιµου. Που προτιµά το φθηνό σήµερα από το ασφαλές αύριο.
Η Ευθύνη που Δεν Αναλαµβάνεται
Κάποιος, κάπου, έχει την ευθύνη για αυτό το κτίριο. Κάποιος έχει την αρµοδιότητα να παρέµβει. Κάποιος έχει την εξουσία να αποφασίσει. Και όµως, η κατάσταση παραµένει. Τα κοµµάτια πέφτουν. Οι κορδέλες στήνονται και ξεστήνονται. Οι πολίτες συνεχίζουν να διακινδυνεύουν.
Η απουσία λύσης δεν είναι απλώς διοικητική αδυναµία. Είναι θεσµική αποτυχία. Είναι η αποδοχή ότι η ασφάλεια των πολιτών µπορεί να αναβάλλεται επ’ αόριστον. Είναι το µήνυµα ότι η καλή τύχη αρκεί ως πολιτική.
Και αυτό το µήνυµα δεν είναι απλώς λάθος. Είναι επικίνδυνο. Γιατί δηµιουργεί προηγούµενο. Γιατί νοµιµοποιεί την αδράνεια. Γιατί µετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα.
Η Επόµενη Πτώση
Το ερώτηµα δεν είναι αν θα πέσει ξανά κάποιο κοµµάτι. Είναι πότε. Και αν εκείνη τη στιγµή θα περνάει κάποιος από κάτω. Η τύχη, µέχρι στιγµής, κράτησε. Αλλά η τύχη δεν είναι στρατηγική. Και σίγουρα δεν είναι πολιτική ασφάλειας.
Το κτίριο της Κορίνθου περιµένει. Οι πεζοί περνούν. Οι κορδέλες µπαίνουν και βγαίνουν. Και κάπου, κάποιος περιµένει το επόµενο κοµµάτι να πέσει για να στήσει ξανά τις κορδέλες.
Μέχρι τότε, η πρόληψη παραµένει άγνωστη λέξη. Και η καλή τύχη, η µόνη προστασία.
Το «αναπόφευκτο» δίληµµα και οι συνεχιζόµενοι κίνδυνοι που αντιµετωπίζουν οι πεζοί
Και όσο το κτίριο συνεχίζει να «αποφασίζει» µόνο του πότε θα αποκολληθεί το επόµενο κοµµάτι, οι πεζοί καλούνται να κάνουν ακροβατικά. Κάθε φορά που στήνονται οι κορδέλες, αναγκάζονται να κατεβαίνουν στο οδόστρωµα, σε έναν από τους πιο κυκλοφοριακά φορτισµένους δρόµους της πόλης. Από τον κίνδυνο της πτώσης σοβά, στον κίνδυνο της διερχόµενης λαµαρίνας. Η «λύση» που προτείνεται είναι, στην πραγµατικότητα, η αντικατάσταση ενός κινδύνου µε έναν άλλο. Η προστασία από την κατάρρευση µετατρέπεται σε έκθεση στην κυκλοφορία. Και οι πολίτες καλούνται να επιλέξουν: το ταβάνι ή το αυτοκίνητο; Η πτώση από ψηλά ή η σύγκρουση από το πλάι;

